• Alexia Zervoudi

Είχα κάποτε ένα σπίτι, μέρος α' - Οι αναμνήσεις


Όχι όλες τις φορές και όχι για τους ίδιους λόγους, τα πρώτα δευτερόλεπτα της άφιξής μου στο νησί με βρίσκουν συνήθως κλαμένη. Το ερέθισμα είναι πάντα το ίδιο, η θέαση του παλιού Μύλου στο λιμάνι της Παροικιάς. Μου φέρνει δάκρια στα μάτια.


Είναι περισσότερο ένα σύμβολο υποθέτω, όπως το άγαλμα της Ελευθερίας που αντίκριζαν από τα πλοία οι μετανάστες που κατέφθαναν στη Νέα Υόρκη. Ο Μύλος με έκανε να κλαίω δυνατά, άλλοτε επειδή χαιρόμουν που επέστρεφα για διακοπές και ξεκούραση, άλλοτε επειδή αναζητούσα ένα συναισθηματικό καταφύγιο - που τύχαινε να έχει και τοίχους και να μπορεί να λειτουργήσει όντως σαν καταφύγιο. Αυτή τη φορά, επειδή θα ήταν η τελευταία που θα ερχόμουν στο καταφύγιο με τους συγκεκριμένους τοίχους. Από εδώ και στο εξής, θα μάθω αν αυτό το νησί είναι δικό μου κι ας μην έχω πια το καταφύγιό μου. Κατέκτησα τον τόπο; Τον έκανα δικό μου; Θα μείνει στην καρδιά μου; Είναι οι μνήμες πιο ισχυρές από την απώλεια της ύλης;


Έκλαιγα λοιπόν σε όλη τη διαδρομή σχεδόν, παρότι ξέρω ότι αυτό που μου συμβαίνει είναι το λογικό και το συμφέρον, ότι υπάρχουν πολλά άλλα μέρη που με περιμένουν να εξερευνήσω και να κατακτήσω. Δεν παύει όμως, το σπίτι που αφήνω, να συμβολίζει για εμένα τα μακρύτερα και ωραιότερα καλοκαίρια μου, της τρελής δεκαετίας των '20s μου.


Ας πάμε όμως στην 1η ανάμνηση... Για την ακρίβεια, το πρώτο combination συναισθημάτων και αναμνήσεων, μπλεγμένα σαν γαλλική πλεξούδα αναμεταξύ τους.


Είχε κακό καιρό. Κρύο με αέρα, από αυτόν που πιάνει στις Κυκλάδες και σου παίρνει το κεφάλι. Ήταν Πάσχα και ετοιμαζόμουν για Πανελλήνιες. Ήμουν κουρασμένη και πεινασμένη - έχω αναφερθεί άλλη φορά σε εκείνη την ημέρα, όπου καθαρίζαμε και τακτοποιούσαμε με τη μαμά τα έπιπλα και τα πράγματά μας και που φάγαμε μετά από ώρες σκληρής εργασίας, ένα ταπεινό αβοκάντο με λίγο σολομό. Τώρα θα σας πω για το βράδυ της ίδιας ημέρας, που προφανώς δεν είχα χορτάσει η δόλια.


Να μυρίζει έντονα ξύλο και μπογιά, φρέσκια ντουλάπα θα το ονόμαζα. Δέκα έξι χρόνια μετά, ακόμη το μυρίζω όταν μπαίνω στο σπίτι αυτό. Είχε βραδιάσει λοιπόν, και κατέβηκα "κάτω", στη γιαγιά, που μου έφτιαξε κάτι πρόχειρο αλλά πολύ νόστιμο να φάω. Από τα σπιτικά, τα γιαγιαδίστικα, τύπου ένα αυγό και μια ντομάτα, αλλά που για κάποιο λόγο είναι πάντα τα νοστιμότερα! Είχε χαμηλό φωτισμό και το σπίτι ήταν ζεστό από τα καλοριφέρ. Ήταν πρωτόγνωρο για εμένα, να μοιάζει χειμώνας, να είμαι στην Πάρο, σε σπίτι δικό μου, και συνάμα πολύ γνώριμο να είναι από κάτω η γιαγιά και ο παππούς, όπως στην Αθήνα. Σαν άλλη ζωή, με τους ίδιους ανθρώπους κάπως;


Αυτό γινόταν για πολλά χρόνια. Ήταν σαν η ζωή στην Αθήνα να έσβηνε και με όλο το είναι μου να βρίσκομαι στο νησί. Κάθε φορά που επέστρεφα στο νησί, η ζωή συνεχιζόταν ξανά, σαν το ενδιάμεσο να μην υπήρχε.


15 Ιουλίου 2005, είναι η ημέρα που καταθέτουμε το μηχανογραφικό μας με τις καλύτερες φίλες που θα μπορούσε να μου φέρει σύμπαν: την Τρίσια και την Ειρήνη. Το ίδιο απόγευμα επιβιβαστήκαμε στο πλοίο και αργά τη νύχτα φτάσαμε στο σπίτι για τις πρώτες μας διακοπές μετά τις Πανελλήνιες.


Αμέσως επόμενη ανάμνηση, το επόμενο καλοκαίρι και ο κύριος Τζέρι να τρέχει έξαλλος στην αυλή, ανάμεσα στα πόδια του παππού, παίζοντας κυνηγητό με το μπαλάκι του. Το ίδιο καλοκαίρι μπλέχτηκε στα πόδια του Βαγγέλη κι έτσι γνώρισα τον φίλο του τον Χάρη, με τον οποίο μου έμελλε να κάνω οικογένεια.


Πάσχα με την Κλαίρη, σε αυτό το σπίτι, με μουσική υπόκρουση ελαφρολαικά και ελληνική ποπ της δεκαετίας του 90 και βόλτες με το αείμνηστο passat του παππού. Αλλά κι αυτό σας το έχω αναφέρει άλλη φορά, τότε που αποχωρίστηκα το passat, αλλά δεν σας είχα μιλήσει για το σπίτι. Παίζαμε τρίβιαλ και δεν ξέραμε τίποτα. Παίζαμε και μπιρίμπα. Τα καλύτερα βράδια ήταν αυτά, παρότι τότε είχα μυαλό μόνο για έξω!


Και πάλι ο κύριος Τζέρι πρωταγωνιστής αναμνήσεων, καθότι μοιράστηκα μαζί του και με όλους τους φιλιξενούμενους αυτού του σπιτιού, το ίδιο κρεβάτι. Κοιμόταν στα κεφάλια τους και κατουρούσε μια λιμνούλα στο σημείο που με μαθηματική ακρίβεια υπολόγιζε ότι θα στραβοπατήσουν το πρωί μισοκοιμισμένοι.


Έχω και άσχημες αναμνήσεις. Την ημέρα που πήρε ασθενοφόρο τη γιαγιά και δεν ξαναγύρισε ποτέ σε αυτό το σπίτι. Εκείνο το βράδυ ήταν το μοναδικό που κοιμήθηκα "κάτω" στο δωμάτιό της, στο κρεβάτι της, αγκαλιά με τα ρούχα της, πιστεύοντας ότι αν το πιστέψω πολύ θα γλιτώσει και έκανα υπεράνθρωπη προσπάθεια να στείλω θετική ενέργεια από το δωμάτιό της στην Πάρο, στο νοσοκομείο της Αθήνας όπου μεταφέρθηκε. Γλίτωσε εκείνη τη φορά, αλλά δεν ξαναήρθε στο σπίτι της στην Πάρο. Ούτε εγώ ξανακοιμήθηκα στο κρεβάτι της.


Αναμνήσεις από διακοπές με τα πιο αγαπημένα πρόσωπα της ζωής μου, ακόμη και οι πρώτες διακοπές της κόρης μου. Καταφύγιο κάτι ξέμπαρκους Οκτώβρηδες και Ιανουάριους... Για αποτοξίνωση και περισυλλογή, για ανασυγκρότηση μετά από καταστάσεις που με είχαν πληγώσει, αποδράσεις ηρεμίας που κατέληγαν σε αναπάντεχα parties στου Φώτη.


Μακράν οι καλύτεροι μεσημεριανοί ύπνοι, με τα αλάτια από τη θάλασσα κατευθείαν στα σεντόνια (α ρε μάνα), να με νανουρίζει το γλυκό ντιν ντιν ντιν από ένα μεταλλικό στοιχείο που κοπανιόταν από τον αέρα στην κολώνα της σημαίας της εκκλησίας, που ήταν μεσοτοιχία με το δωμάτιό μου.


Απογεύματα με λουσμένα μαλλιά στο μπαλκόνι, με το λάπτοπ. Μια ολόκληρη σειρά από blog που ξεκινούσαν με "σας γράφω από εδώ, από το γνωστό μπαλκόνι με θέα ένα άλλο μπαλκόνι με αιώρα, στη Σίφνο (μην το κοιτάξετε στο χάρτη, πρόκειται περί μυθοπλασίας) και η ώρα είναι....". Κάπως έτσι τα έλεγα τότε. Ωραία τα έλεγα! Στη φαντασία μου, από το συγκεκριμένο μπαλκόνι ήμουν ικανή να δω και την Κρήτη.


Το σπίτι, το έχω συνδέσει μια μια συγκεκριμένη ενδυμασία, που κοροιδευτικά με τη μητέρα μου, το λέγαμε "στολή". Τα ρούχα-στολή ήταν ένα παλιό βαμβακερό γαλάζιο παντελόνι πιτζάμας με αρκουδάκια και μια άχαρη ξεβαμμένη μαύρη μακρυμάνικη μπλούζα και από κάτω χρωματιστές αταίριαστες κάλτσες. Αυτή η στολή, ήταν πάντα για το 1ο και το τελευταίο βράδυ και για όλα τα βράδια που ένιωθα λίγο ανασφάλεια ή ήθελα να νιώσω cozy ή ήθελα να κάτσω στο μπαλκόνι χωρίς να με φάνε τα κουνούπια και είχε ένα περίεργο θερμομονωτικό χαρακτήρα, διότι τη φορούσα ανεξάρτητα από την εποχή, με την ίδια ευκολία. Έμοιαζα με άστεγη, κι όμως, σε κανένα άλλο ρούχο μέσα δεν έχω νιώσει ποτέ τόσο άνετα. Και όχι δεν την πήρα μαζί, την άφησα μαζί με το σπίτι.



Να μη ξεχάσω... Το τυφλό παρκάρισμα με σβηστά φώτα και οι εκατό μανούβρες, τα ξημερώματα που γύριζα από τα μπαράκια, για να μην πέσουν τα φώτα μου στο παράθυρο του παππού και ξυπνήσει. Ευτυχώς τις περισσότερες φορές γύριζα αφότου είχε ξημερώσει και τα φώτα ήταν αχρείαστα.


Η Τρίσια να τρώει καρπούζι στην τραπεζαρία μετά από μεσημεριανό ύπνο. Η Ειρήνη να ανακαλύπτει για πρώτη φορά τη γραβιέρα και να τη συνδυάζει με μαρμελάδα. Και η ανακάλυψή της να ξύνει τη βούρτσα στα καταφαγωμένα από κουνούπια πόδια της.


Το πλύσιμο των ποδιών με το λάστιχο μετά την παραλία και ντους στον κήπο σε εξωτερική ντουζιέρα.


Ο λαχανόκηπος με τα γιγαντιαία κολοκύθια που νομίζαμε ότι είναι είδος καρπουζιού.


Το κλάμα στα μαξιλάρια και οι κραυγές που έχουν πνίξει, από όταν η Ειρήνη μας ανακοίνωσε ότι φεύγει από την Ελλάδα, μέχρι τους ομηρικούς καυγάδες της πρώιμης σχέσης μου με το Χάρη.


Τα γέλια μέχρι δακρύων, τα σκετσάκια, τα tutorials, οι μουσικές βραδιές, οι εκπομπές μαγειρικής που τραβούσα τη μαμά ("έτσι, έτσι, με τα χεράκια σας")... Δεν μπορώ να τα αναλύσω, δεν ήταν μια και δυό, σε κάποια φάση στη ζωή μου ήταν σχεδόν καθημερινότητα! Όπως θα έλεγε και η Ειρήνη, "έχουμε περάσει καλά σε αυτή τη ζωή!"...


(συνεχίζεται)

67 προβολές0 σχόλια