• Alexia Zervoudi

Είχα κάποτε ένα σπίτι, μέρος β' - Οι ατέλειες


Τι είναι αυτό που μας δένει τελικά με ένα σπίτι; Ουσιαστικά, δεν περνάς χρόνο στο σπίτι γιατί δεν θα πάει πουθενά, εκεί θα είναι, κάποια στιγμή θα βαρεθείς και θα αράξεις μέσα να το ευχαριστηθείς. Το έχεις δεδομένο.


Πρώτον, είναι η σιγουριά της επιστροφής σε αυτό. Δεύτερον, τα άψυχα, αλλά όχι και τόσο άψυχα τελικά, αντικείμενα, μέσα στο χώρο αυτό. Τρίτον και κυριότερο ίσως, η οικειότητά σου με τις μικρές ατέλειες.


Η σιγουριά της επιστροφής έχει να κάνει με τη συνήθεια, την ευκολία. Θα πας εκεί που ξέρεις, γιατί είναι βολικό. Αν ξεχάσεις κάτι δεν πειράζει γιατί θα ξαναπάς σε λίγο καιρό ή του χρόνου. Αφήνεις δεύτερα μαγιό, πρόχειρα ρούχα, γυαλιά... Τελικά φέρνεις κάθε φορά καινούργια και δεν φοράς ποτέ τις παλιατσούρες, αλλά νιώθεις καλά που φεύγοντας αφήνεις πράγματα και δεν τα μαζεύεις όπως σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Κι αυτό είναι που μας φέρνει στο Νο2: τα αντικείμενα.


Τα άψυχα αντικείμενα και όχι τα ντουβάρια είναι που κάνουν το σπίτι, σπίτι σου. Ίσως έχει να κάνει με τη ματαιοδοξία του ανθρώπου. Ξέρουμε ότι όταν ένας άνθρωπος φεύγει... καπούτ, πάει πέθανε δεν έχει επιστροφή, αλλά τα ρούχα του, τα έπιπλά του, τα υπάρχοντά του μένουν, συνεχίζουν να υπάρχουν, δίνουν μια ψευδαίσθηση ότι τελικά δεν φεύγουμε ποτέ. Μαζεύουμε αντικείμενα, αγοράζουμε, εμπλουτίζουμε την πραμάτια μας, έχουμε περισσότερα από όσα χρειαζόμαστε, αρνούμαστε να ξεφορτωθούμε αυτά που δεν χρησιμοποιούμε, έχουμε φυλαχτά... Έχουμε συνδέσει την ύπαρξή μας με τα αντικείμενά μας και τους δίνουμε λίγο από την ψυχή μας για να πετύχουμε την αθανασία μας τελικά! Λίγο ψυχή από εδώ, λίγη ψυχή από εκεί, αρχίζουν να αποκτούν αξία και σημασία για εμάς και αυτό μας δίνει μια αίσθηση παρηγοριάς, παρότι ξέρουμε ότι μια μέρα θα πεθάνουμε όλοι.



Στην περίπτωση που πουλάς το σπίτι σου, τα σενάρια είναι δύο: είτε πουλάς και τα αντικείμενα (τα πουλάς, τα πετάς, τέλος πάντων τα αποχωρίζεσαι), είτε τα κρατάς (αν χωράνε κάπου και δεν τα φάει η σκόνη σε κάποια αποθήκη). Εγώ κράτησα αρκετά αντικείμενα, αλλά διαπίστωσα ότι σε διαφορετικό context δεν μου θυμίζουν πια καθόλου το σπίτι που είχα κάποτε στην Πάρο. Όσο για τα αντικείμενα που άφησα πίσω, μου φαίνεται περίεργο να τα χαίρεται τώρα άλλος, νιώθω ότι μου ανήκουν και ότι για εκείνον είναι δανεικά και δεν θα γίνουν δικά του ποτέ, ποτέ, ποτέ!


Αν με ρωτάς, αυτό με δυσκολεύει. Ότι περνώντας πλέον έξω από το σπίτι, φαντάζομαι το εσωτερικό του όπως το ήξερα κι η αίσθηση ότι δεν μου ανήκει πια αυτό που φαντάζομαι και που θυμάμαι, με ενοχλεί. Βγάζει νόημα τώρα αυτό; (το κόκκινο φόρεμα στη φωτογραφία το άφησα κι αυτό μέσα στη ντουλάπα μου. Λέτε να δω καμιά μέρα στο μπαλκόνι τη νέα ιδιοκτήτρια να το φοράει ή λέτε να το πετάξει;). Δεν έμοιαζε άδειο όταν έφυγα. Ήταν σχεδόν όλα εκεί! Κι αυτό είναι που εμποδίζει το μήνυμα να πάει στον εγκέφαλο, ότι δεν θα υπάρξει επιστροφή. Είναι απλά σαν να φύγαμε για χειμώνα, οπότε κλείσαμε καλά το σπίτ... ωχ!!! Ξεχάσαμε τη γκαραζόπορτα ανοιχτή! Κι αυτό μας φέρνει στο Νο3: οι ατέλειες...


Η οικειότητα με τις ατέλειες έχει περισσότερο πλάκα και είναι αυτό που δίνει συναισθηματική αξία στους χώρους που σου ανήκουν, παρότι, τη στιγμή που σου ανήκουν, οι ατέλειες μοιάζουν περισσότερο με κοστοβόρες δυσλειτουργίες που στη σπάνε. Για εμένα, ήταν οι γκαραζόπορτες, η εξωτερική και η εσωτερική. Η εξωτερική είχε πρόβλημα στο τηλεχειριστήριο. Έπρεπε να κάνεις προσευχή σε δώδεκα Θεούς, για να έχει τη σωστή θερμοκρασία, ούτε πολύ κρύο, ούτε πολύ ζέστη. Να το φυσάς, να το χαϊδεύεις και να το καλοπιάνεις για να δουλέψει, ώστε να ανοίξει η εξωτερική γκαραζόπορτα. Ακόμη πιο διασκεδαστικό όμως ήταν όταν πάταγες το λάθος κουμπάκι, και τότε μια χαρά δούλευε και έκλεινε τη μέσα γκαραζόπορτα, που ήταν κάτι το τραγικό. Κολλούσε το φως στο εσωτερικό του γκαράζ και αναβόσβηνε σαν ντίσκο. Στο τελευταίο μισό μέτρο έπρεπε πάση θυσία να σταματήσεις το κλείσιμο - αλλιώς ούτε εγώ θυμάμαι τι κακό θα γινόταν, αλλά έτσι το είχαμε. Η γκαραζόπορτα έκλεινε ερμητικά μόνο όταν κλείναμε το σπίτι πια για χειμώνα.


Είναι κι άλλα τα κουσούρια, οι μικρές ατέλειες. Είναι εκείνες οι γατήσιες πατούσες στο μπετό, μια μικρή ρωγμή στην τσιμεντοκονία, κάποια ακόμη που ακόμη θυμάμαι και σίγουρα θα ξεχάσω συντομότερα από όσο νομίζω!

Τα παραπάνω ήταν κατά πλειοψηφία σημειώσεις που κράτησα πριν λίγες εβδομάδες, όσο ήμουν ακόμη εκεί και μάζευα τα προσωπικά μου αντικείμενα. Ήδη βλέπω πιο καθαρά και λιγότερο συναισθηματικά και καταλήγω πως είναι τελικά εξαιρετικά ματαιόδοξο, θέμα εγωισμού και κτητικότητας, ένα άβολο συμπέρασμα για τον εαυτό μας. Είναι αντικείμενα. Είναι ντουβάρια. Είναι μια κακή, κακή γκαραζόπορτα που όταν κολλούσε δεν είχε καθόλου πλάκα.


Είμαι ευγνώμων για όλες τις διακοπές και όλες τις στιγμές που έζησα με οικογένεια και φίλους στο σπίτι μας στην Πάρο! Πίστευα και πιστεύω ότι το σπίτι έχει μια ενέργεια που με βοήθησε να εκπληρώσω τα σημαντικότερα από τα όνειρά μου... Κάθε χρόνο, άφηνα στο σπίτι ένα σημείωμα, σε ένα κρυφό σημείο που μόνο εγώ ξέρω ότι υπάρχει... Άφηνα μια ευχή για το μέλλον, στον μελλοντικό εαυτό μου. Οι ευχές μου πραγματοποιήθηκαν. Όλες! Αυτή τη φορά, άφησα ένα αποχαιρετιστήριο μικρό σημείωμα, που λογικά δεν θα βρει ποτέ κανείς. Και αυτό θα είναι το μικρό μας μυστικό... Μέσα εκεί θα υπάρχει πάντα κάτι δικό μου!


The end


Υ.Γ. στη φωτογραφία είναι η μητέρα μου στην κουζίνα της. Δεν το έγραψα μέσα στο κείμενο... Αλλά αυτό είναι που κάνει πραγματικά ένα σπίτι να το νιώθεις σπιτικό... και είναι εκείνη ο λόγος που ένιωθα τη ζεστασιά και τη φροντίδα στο σπίτι μας στην Πάρο. Είναι μια εικόνα πολύ αγαπημένη μου και πολύ χαρακτηριστική από τη ζωή της στο νησί, γιατί εκείνη έμενε και αρκετούς μήνες το χειμώνα. Πάντα τη φανταζόμουν εκεί όταν μιλούσαμε στο τηλέφωνο κι εκεί την έβλεπα όταν κάναμε βιντεοκλήσεις όταν ήμουν στη Γαλλία. Ωραία ήταν, πάμε για άλλα!



136 προβολές0 σχόλια