Το 1ο τσιγάρο της Βέρας Παπαευθυμίου
- Alexia Zervoudi
- 5 Μαΐ 2025
- διαβάστηκε 2 λεπτά

Όλη της η ζωή ήταν στα «μη». Ζύγιζε το κρέας και τα λαχανικά της πριν από κάθε γεύμα. Έπρεπε να προσέχει. Να γυμνάζεται. Να κοιμάται νωρίς. Δεν έχασε προπόνηση ποτέ της, αλλά άφησε να χαθούν τόσα άλλα. Τα πάρτι που δεν πήγε, τα ξενύχτια που δεν έζησε, τους έρωτες που δεν χωρούσαν στο πρόγραμμά της.
«Εσύ, είσαι αθλήτρια», ήταν το φρένο που δεν έπαιρνε από περιττές εξηγήσεις. Κανείς δε χρειαζόταν να της το θυμίσει πια, το έλεγε μόνη στον εαυτό της. Ζύγισμα πριν και μετά το σχολείο, προπόνηση ως αργά το βράδυ. Τα μαθήματα δεν έπρεπε να μένουν πίσω, αλλά το βόλεϊ ήταν πιο σημαντικό.
«Να θυμάσαι, Βέρα… Ο πρώτος είναι πρώτος. Ο δεύτερος είναι τίποτα», την καληνύχτιζε ο πατέρας της κάθε βράδυ. Αρχηγός της ομάδας της, η Βέρα μεγάλωνε σε αγέλη. Δεν την ήθελε την πρωτιά στ’ αλήθεια. Το λάστιχο στο μπράτσο της τη στένευε. Κι εκείνος έβγαινε στο μπαλκόνι να καπνίσει, να πιει μια μπίρα και να πει στον εαυτό του ένα καταπληκτικό μπράβο, που χωρίς τη γυναίκα του πια στη ζωή, κατάφερνε να μεγαλώνει την κόρη τους σωστά. Κι έπειτα έπινε μια δεύτερη και μια τρίτη μπίρα, έχανε το μέτρημα όταν η λιποθυμιά αποφάσιζε να τον σταματήσει. Αποκοιμιόταν με το τσιγάρο στο χέρι, δεν ένιωθε την καύτρα που έκαιγε τα δάχτυλά του. Κι η Βέρα, μάζευε τις στάχτες σιγανά μην τον ξυπνήσει. Και μάζευε τα κουτάκια από τις μπίρες, αλλά όχι όλα. Άφηνε κανά δυό, να τα δει εκείνος το πρωί και να νιώσει καλά με τον εαυτό του, πως τάχα διατηρούσε ακόμη τον έλεγχο.
Κατέβαινε από το λεωφορείο και περπατούσε χωρίς να παραπονεθεί για την κούρασή της ως το γήπεδο. Στην τσάντα της είχε πάντα ένα μπουκάλι νερό και το αντηλιακό της. Το ευαίσθητο λευκό δέρμα της στέγνωνε στον ήλιο. Η εφηβική ακμή το έκανε να φαίνεται τραχύ. Τραχιά φαινόταν κι η ίδια. Ανάλαφρα αφηνόταν να την παρασύρουν οι ιστορίες που άκουγε. Ζούσε τους εφηβικούς έρωτες μέσα από τα μάτια των άλλων. Το προτιμούσε έτσι. Να μην πρωταγωνιστεί στη ζωή της κι απλώς να υπάρχει μέσα σε ιστορίες άλλων. Παρούσα και συνειδητή μπορούσε να είναι μόνο μέσα στο γήπεδο. Γιατί ήταν αθλήτρια κι αυτό έπρεπε να καθορίζει τη ζωή της.
«Θες ένα;», της πρόσφερε ένα τσιγάρο το αγόρι που περίμενε μαζί της στη στάση του λεωφορείου. Κι η Βέρα το πήρε και το ακούμπησε στα χείλη της χωρίς να το σκεφτεί. «Εσύ, είσαι αθλήτρια!», η εσωτερική φωνή της προσπάθησε να τη σταματήσει μα ήταν αργά πια. Είχε κουραστεί. Το αγόρι τέντωσε το χέρι με τον αναπτήρα. Τον άφησε να της ανάψει τη φλόγα. Μπορούσε και μόνη της, αλλά τον άφησε. Τυχαίο, αδικαιολόγητο, ανάρμοστο. Της άρεσε.
Της άρεσε το αγόρι.
Της άρεσε η φωτιά του.
Της άρεσε η νικοτίνη που της χαλούσε τη σειρά.
Μπήκαν μαζί στο λεωφορείο, κατέβηκε μόνη της στη στάση. «Ένα τσιγάρο κάθε Πέμπτη», σκέφτηκε. «Τέσσερα το μήνα. Πόσα το χρόνο;», προσπάθησε από συνήθεια να ζυγίσει το δηλητήριο.






Σχόλια