©2018 by A Zed Story. Proudly created with Wix.com

Φρέσκο πράμα...

Please reload

Σχετικά με αυτό...

Please reload

Στήλες

Please reload

Τζατζίκι & Χαβιάρι

April 5, 2019

 

Στο ψυγείο είχε μείνει μονάχα μια μισοάδεια Veuve Clicquot. Όλα τα άλλα ράφια ήταν άδεια, το στομάχι του γουργούριζε. Τον πάγκο της κουζίνας κοσμούσε ένα χρυσελεφάντινο πρες-παπιέ, που από κάτω του συμπιεζόντουσαν λογαριασμοί μηνών. Απλήρωτοι όλοι τον τελευταίο καιρό, όπως και οι λοιπές υποχρεώσεις του.

 

Το ξυπνητήρι χτύπησε στις επτά και δέκα ακριβώς, εκείνος πετάχτηκε σαστισμένος, ύστερα από μόλις δύο ώρες ύπνο. «What a night!», αναφώνησε και στέγνωσε με τον αντίχειρα το σαλάκι που έσταζε από τα χείλη του, κι ύστερα έτρεξε στο μπάνιο να τσεκάρει αν έχει ακόμη παροχή νερού. Χαμογέλασε όταν διαπίστωσε ότι η ΕΥΠΑΔ τον ξέχασε και αυτόν το μήνα και αργότερα απόλαυσε ένα καυτό μπάνιο, χρησιμοποιώντας το πανάκριβο αφρόλουτρο με χαβιάρι που του έκανε δώρο η αγαπημένη του.

 

Έβγαιναν περίπου έξι μήνες τώρα και εκείνος πετούσε στα σύννεφα από τη χαρά του. Μπορεί η αγαπημένη να μην ήταν το επιπέδου του, να μην είχε τελειώσει το Χάρβαρντ, οι γονείς της να μην είχαν περιουσία όπως οι δικοί του, όμως με τις δικές της δυνάμεις είχε γίνει πρώτο όνομα στις Αθηναϊκές πίστες. Τι κι αν του κόστιζε λίγο παραπάνω αυτός ο έρωτας; Τι κι αν η Μαριτίνα σε κάθε τους έξοδο σπαταλούσε ένα (παχυλό) μηνιάτικο; Τι κι αν η έξοδος για εκείνη ήταν αναγκαία και καθημερινή; Αν δεν μπορούσε ένας υιός Μπέρναουτ– έστω και έκπτωτος από την οικογενειακή τους επιχείρηση-να κυκλοφορήσει τέτοια γκόμενα τότε ποιος;

 

Ο Μπέρναουτ είχε το όνομα του πατέρα του, αλλά τίποτε άλλο. Ως το μαύρο πρόβατο της οικογένειάς του, εργαζόταν μακριά από τα Golden Boys ετεροθαλή αδέλφια του. Η επιχειρηματική δραστηριότητα του πατέρα του, Γκας Μπέρναουτ δεν αφορούσε μόνο την Ελλάδα, αλλά στη μικρή αυτή χώρα, όπου το "ξέρεις ποιος είμαι εγώ" πάει σύννεφο, η κληρονομιά ενός τέτοιου επιθέτου αρκούσε και μόνο για να ανοίξουν όλες οι πόρτες. Ο Μπέρναουτ δεν εκμεταλλευόταν στο έπακρο το όνομά του. Είχε κατακτήσει τη Μαριτίνα με τη γοητεία και την προσωπικότητά του... 

 

Το πρόγραμμά τους ήταν αυστηρό, περιελάμβανε φαγητό σε εστιατόρια πεντάστερων ξενοδοχείων, μπουζούκια σχεδόν καθημερινά, χαλαρά ποτάκια που κοστίζουν όσο ολόκληρο το υψηλότερο ράφι μιας κάβας. Βάλε και τα κόστη της βενζίνης από τα νότια προάστια στα βόρεια και πάλι πίσω με το πορσικό. Δεν ήταν όμως τα χρήματα που τον προβλημάτιζαν, όσο η κούραση. Ή και τα δύο. Χρησιμοποιώντας που και που το όνομά του βέβαια, εκμεταλλευόταν τον εργοδότη του – που κατά βάθος ήταν υπάλληλος του πατέρα του κατά τον ίδιο νόμο που όλοι οι άνθρωποι του πλανήτη συνδεόμαστε με την Εύα και τον Αδάμ. Έτσι, μια ημέρα σαν εκείνη, μετά το χαλαρό ντουσάκι αποφάσιζε ότι δεν μπορεί να πάει για δουλειά και ξεραινόταν στον ύπνο. Ξεχνούσε να ειδοποιήσει και το αφεντικό έβγαζε σπυριά, μα ποιος θα τολμούσε να απολύσει τον γιό του Μπέρναουτ;

 

Το ίδιο βράδυ ο Μπέρναουτ junior και η κοινή τους παρέα με τη Μαριτίνα γλεντοκοπούσαν πίνοντας και τρώγοντας και χορεύοντας, και στο τραπέζι προσγειώνοντας η μια απόδειξη μετά την άλλη και η Μαριτίνα τις έσπρωχνε προς τη μεριά του καλού της, από συνήθεια. Εκείνος ανακάθισε, τράβηξε λίγο τη γραβάτα του να χαλαρώσει, ήπιε νεράκι, τέντωσε τον αυχένα, άρχισε να παίζει τα δαχτυλάκια μέσα από τα παπούτσια όπως τις ασκήσεις που κάνουμε στο αεροπλάνο κατά των θρομβώσεων... Και τότε, εκεί που έκανε τις ασκήσεις του αεροπλάνου, του ήρθε η θεία φώτιση! «Μαριτίνα μου, ξέχασα να σου πω ότι αύριο πετάω για Άμπου Ντάμπι….», της Μαριτίνας το αυτί δεν ίδρωσε, μάλλον αδιαφόρησε, "Α, ναι; Δεν θα έρθεις στο πάρτι της Μαριάντζελας; Κρίμα! Θα σου στείλω σέλφιζ!".

 

Το βράδυ συνεχίστηκε και εκείνος την επόμενη ημέρα, χαρούμενος για τη λύση που είχε βρει, εμφανίστηκε ανανεωμένος στο γραφείο, επιτέλους θα είχε δύο εβδομάδες ρεπό από τον έρωτά του. «Αντιγόνη! Βρήκα τη λύση!», ανακοίνωσε στη φίλη του από το γραφείο, η οποία διασκέδαζε πολύ με τις αφηγήσεις και τα παθήματά του. «Της είπα ότι θα πάω στο Άμπου Ντάμπι και ότι στο εξής,τις μισές ημέρες του μήνα θα λείπω για δουλειά εκεί… κι έτσι θα γλιτώσω τα μισά ξενύχτια! Και τα λεφτά μου! Καλό;». 

 

Ο έρωτας της Μαριτίνας όμως δεν κράτησε για πολύ, η μεγάλη κοινωνική ζωή την είχε σκλαβώσει και την είχε αναγκάσει σε καθημερινή ξέφρενη διασκέδαση μέχρι πρωίας κι έτσι, σε ένα από τα δήθεν ταξίδια του Μπέρναουτ, η Μαριτίνα γνώρισε τον επόμενο έρωτά της και ο οποίος σύντομα, έγινε πρωτοσέλιδο σε γνωστό περιοδικό κοινωνικού σχολιασμού.

 

Κάπως έτσι, ο ξεπεσμένος γιός Μπέρναουτ, κατάφερε να γεμίσει ξανά το ψυγείο του και να πληρώσει τους λογαριασμούς του, να αλλάξει λάδια στην πόρσε και να βρει μια καλή κοπέλα που προτιμά το Netflix από τα μπουζούκια...

Please reload

This site was designed with the
.com
website builder. Create your website today.
Start Now