.png)
The Book
"Οι Κλωστές" (υπό έκδοση)
Σύνοψη & παράλληλες ιστορίες
Δουλεύοντας πάνω σε ένα μυθιστόρημα, φτιάχτηκε από λέξεις ένας παράλληλος κόσμος. Κι έγινε όσο πραγματικός υποσχόταν. Γεμάτος εικόνες, μελωδίες και πολλά συναισθήματα. Οι χαρακτήρες αυτονομήθηκαν και έπλασαν νέες ιστορίες...
Μισό βήμα ακόμη κι η ιστορία θα είχε αλλάξει . "Τι είμαι για εσένα Αμαλία;".
Μια αλήθεια που δεν ειπώθηκε ποτέ. "Το άλλο μου μισό".
Ένα "σχεδόν", που έμεινε μετέωρο. "Το άλλο μισό θρανίο εννοώ, Άρη".
Πονάω, φώναζε και πονούσα μαζί του.
Πονάω, κι η καρδιά μου χτυπούσε σα να μη χωρούσε μέσα μου πια.
Δεν έφυγε από μέσα της ποτέ. Έγραφε για εκείνον στο βιβλίο της.
Άψυχο το σώμα σου, να ταξιδεύει πάνω σε κύματα. "Να μην ξοδεύεις τον έρωτα", να τον παίρνεις μαζί σου. Κι η καρδιά μου να βρίσκεται τυλιγμένη στα χέρια σου. Αντίο να χτυπάει. Πάψε να της λέω, και να παρακαλάω να σβήσει μαζί σου.
Θάρρος ή αλήθεια; Παρασύρθηκαν σε ένα παιχνίδι, που δεν θα τελείωνε ποτέ.
Τα φλύαρα μάτια του. Η πιο σιωπηλή συνομιλία της ζωής μου. Μια σχέση που στην πραγματικότητα, βρισκόταν σε κατάσταση ανυπαρξίας.
Για τις ζωές που ζούμε… και για εκείνες που δεν τολμήσαμε να ζήσουμε.
Η playlist της Αμαλίας
Pinterest inspo


Επιμέρους ιστορίες & χαρακτήρες
Το πρώτο τσιγάρο της Βέρας Παπαευθυμίου

Όλη της η ζωή ήταν στα «μη». Ζύγιζε το κρέας και τα λαχανικά της πριν από κάθε γεύμα. Έπρεπε να προσέχει. Να γυμνάζεται. Να κοιμάται νωρίς. Δεν έχασε προπόνηση ποτέ της, αλλά άφησε να χαθούν τόσα άλλα. Τα πάρτι που δεν πήγε, τα ξενύχτια που δεν έζησε, τους έρωτες που δεν χωρούσαν στο πρόγραμμά της.
«Εσύ, είσαι αθλήτρια», ήταν το φρένο που δεν έπαιρνε από περιττές εξηγήσεις. Κανείς δε χρειαζόταν να της το θυμίσει πια, το έλεγε μόνη στον εαυτό της. Ζύγισμα πριν και μετά το σχολείο, προπόνηση ως αργά το βράδυ. Τα μαθήματα δεν έπρεπε να μένουν πίσω, αλλά το βόλεϊ ήταν πιο σημαντικό.
«Να θυμάσαι, Βέρα… Ο πρώτος είναι πρώτος. Ο δεύτερος είναι τίποτα», την καληνύχτιζε ο πατέρας της κάθε βράδυ. Αρχηγός της ομάδας της, η Βέρα μεγάλωνε σε αγέλη. Δεν την ήθελε την πρωτιά στ’ αλήθεια. Το λάστιχο στο μπράτσο της τη στένευε.
Ο Βίκτωρας Ρόζης, ήταν ο εκδότης.

Ο Βίκτωρας Ρόζης εξαντλούσε όλη του την υπομονή στη δουλειά του. Το τηλέφωνό του χτυπούσε ασταμάτητα. Έκλεινε μια γραμμή και πριν προλάβει να πάρει ανάσα, το τηλέφωνο στρίγγλιζε ξανά. «Ελένη! Ελένη!», φώναζε στη γραμματέα του. Εκείνη βιαστικά έκλεινε το παράθυρο με τα ζώδια και παρίστανε ότι ξεφυλλίζει ένα χειρόγραφο. Σηκώθηκε από τη καρέκλα του με δυσκολία, το γόνατό του τον έσφαζε, «φθινόπωρο», έφτυσε τη λέξη με σιχασιά και με ένα μορφασμό έπνιξε τον πόνο του για να σταθεί όρθιος. Βγήκε έξω στο γραφείο της, το τηλέφωνο επέμενε να χτυπά. «Τι λένε για τους Ζυγούς σήμερα;», τη ρώτησε.
Κοίταξε γύρω του, όλοι απασχολημένοι με κάτι, έτσι παρίσταναν τουλάχιστον. Ανυπομονούσε να σχολάσουν, να φύγουν, να ξεκουμπιστούν, για να καταφέρει να κάνει ήσυχος τη δουλειά του. Δεν ήταν μόνο το πόδι που τον ενοχλούσε, ήταν κι ο πονοκέφαλος που τον γυρόφερνε...



