Ο Βίκτωρας Ρόζης
- Alexia Zervoudi
- 2 Μαΐ 2025
- διαβάστηκε 3 λεπτά

Ο Βίκτωρας Ρόζης εξαντλούσε όλη του την υπομονή στη δουλειά του. Το τηλέφωνό του χτυπούσε ασταμάτητα. Έκλεινε μια γραμμή και πριν προλάβει να πάρει ανάσα, το τηλέφωνο στρίγγλιζε ξανά. «Ελένη! Ελένη!», φώναζε στη γραμματέα του. Εκείνη βιαστικά έκλεινε το παράθυρο με τα ζώδια και παρίστανε ότι ξεφυλλίζει ένα χειρόγραφο. Σηκώθηκε από τη καρέκλα του με δυσκολία, το γόνατό του τον έσφαζε, «φθινόπωρο», έφτυσε τη λέξη με σιχασιά και με ένα μορφασμό έπνιξε τον πόνο του για να σταθεί όρθιος. Βγήκε έξω στο γραφείο της, το τηλέφωνο επέμενε να χτυπά. «Τι λένε για τους Ζυγούς σήμερα;», τη ρώτησε.
Κοίταξε γύρω του, όλοι απασχολημένοι με κάτι, έτσι παρίσταναν τουλάχιστον. Ανυπομονούσε να σχολάσουν, να φύγουν, να ξεκουμπιστούν, για να καταφέρει να κάνει ήσυχος τη δουλειά του. Δεν ήταν μόνο το πόδι που τον ενοχλούσε, ήταν κι ο πονοκέφαλος που τον γυρόφερνε. Ένας υπόκωφος πόνος που τον μούδιαζε και τον προειδοποιούσε για κάτι που ηθελημένα αγνοούσε. «Χρόνος και σιωπή», απάντησε η Ελένη και του έδωσε το χειρόγραφο μέσα σε φάκελο. «Συγγραφέας;», ρώτησε ο Βίκτωρας. «Της Αμαλίας Πανεθυμιτάκη». Ο Βίκτωρας έβαλε τον φάκελο κάτω από τη μασχάλη του, ο φάκελος γλιστρούσε στο μάλλινο σακάκι σα να ήθελε να ξεφύγει.
«Μπορώ να φύγω λίγο νωρίτερα σήμερα;», η Ελένη συνέχισε να αδιαφορεί για το τηλέφωνο που χτυπούσε ασταμάτητα. Ο Βίκτωρας το σήκωσε από το γραφείο της, όσο εκείνη τον κοιτούσε παρακλητικά για την άδεια που ζητούσε. Ακόμη μια φορά. Νωρίτερα να φύγει, χωρίς να εξηγεί γιατί. Δεν της έδωσε σημασία, ξερόβηξε, «Εκδόσεις Βίκτωρα Ρόζη, παρακαλώ;». Με την άκρη του ματιού του παρακολουθούσε τη γραμματέα του. Έψαχνε να βρει στο βλέμμα της τη ντροπή, έστω ένα μικρό ίχνος ενοχής που απολάμβανε τον αδικαιολόγητο μισθό της. Λες και της τον χρωστούσε! Μήπως εκείνος έπρεπε να κρατάει τη γραμματεία της γραμματέως; Μήπως έπρεπε να της κλείνει ραντεβού για μανικιούρ και για μαλλιά, για να την εξυπηρετήσει;
Η Ελένη άνοιξε ξανά τα ζώδια, έψαξε για τον Ζυγό, μόνο για να τον ευχαριστήσει. Της ήταν αδιάφορο το ζώδιο αυτό, δεν την ενδιέφεραν οι προβλέψεις για το αφεντικό της, μόνο για τον εαυτό της νοιαζόταν, ούτως ή άλλως.
«Λοιπόν;», της απευθύνθηκε ο Βίκτωρας όταν πια έκλεισε το τηλέφωνο. «Πρέπει να δώσετε περισσότερη προσοχή στην υγεία σας γράφει», τον κοίταξε φιλικά. «Μπορείς να φύγεις νωρίτερα», της είπε. Σκεπτικός, επέστρεψε στην αναπαυτική πολυθρόνα του και τέντωσε το γόνατο να το ανακουφίσει. Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά, αυτή τη φορά η Ελένη πρόλαβε να το σηκώσει πριν αισθανθεί την ενόχληση του αφεντικού της. Κάτι ασήμαντο, από το τμήμα της Επιμέλειας, το ξεφορτώθηκε γρήγορα από πάνω της, περνώντας ξανά τη γραμμή στον Βίκτωρα. Σκέφτηκε πως έπρεπε να την απολύσει επιτέλους. Κι αυτή και όλους εκεί μέσα. Ίσως έπρεπε να κλείσει επιτέλους τον εκδοτικό.
Αργά το απόγευμα επέστρεψε στο σπίτι του. Τακτοποίησε τα κλειδιά στη θέση τους, κρέμασε το σακάκι στον καλόγερο και τότε, σκόνταψε στο μικρό τραπεζάκι. Του έριξε μια γερή κλωτσιά με το καλό του πόδι. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κλωτσήσει εκείνη την ημέρα. Στον πάγκο της κουζίνας, βρήκε σκεπασμένο ένα πιάτο φακές. Σιχάθηκε μόνο που τις είδε. Έπιασε και τις πέταξε μαζί με το πιάτο. Έπειτα μετάνιωσε, έβγαλε το πιάτο και το άφησε στο νεροχύτη. Μετάνιωσε και για αυτό. Αποφάσισε να το ξεπλύνει και να το βάλει στο πλυντήριο πιάτων. Τότε το πιάτο γλίστρησε από τα χέρια του, έσπασε στα δύο, ενώ ακόμη κρατούσε το ένα μισό στα δάχτυλά του. «Ε, άι στο διάβολο!», φώναξε αγανακτισμένος.
«Τι έπαθες καλέ;», έτρεξε στην κουζίνα η Μαρίκα που τρόμαξε από το θόρυβο. Περίμενε να τον βρει λιπόθυμο, δεν ήξερε γιατί. Είχε φαντασιωθεί ότι μια μέρα, θα μπει στο σπίτι και θα βρει το πτώμα του. Δεν ήταν πολύ μεγαλύτερός της, αλλά κανείς δεν τον φρόντιζε. Κι άνθρωπο που δεν τον φροντίζει κανείς, μην περιμένεις να τον δεις γερασμένο. Ειδικά αν είναι άνδρας. Ειδικά τον μοναχικό κύριο Ρόζη, με την τόσο καταπιεσμένη οργή του. Ο Βίκτωρας της έδωσε το μεροκάματο και βιάστηκε να την ξεπροβοδίσει.
Για βραδινό, προτίμησε ένα παλαιωμένο ουίσκι, χωρίς πάγο. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού του, ακούμπησε το ποτήρι στο κομοδίνο. Δεν κοίταξε το άδειο του κρεβάτι, είχε συνηθίσει τον χώρο που έπιανε το κενό. Παραμέρισε λίγο ακόμη, του άρεσε να ξαπλώνει στην ακρούλα, πιο κοντά στο λαμπατέρ. «Χρόνος και σιωπή», διάβασε φωναχτά τον τίτλο στο χειρόγραφο. «Τι απαίσιος τίτλος, Αμαλία!», σχολίασε βλοσυρά και ξεκίνησε να διαβάζει, μέχρι το ξημέρωμα.






Σχόλια