«Θέλεις να μείνεις με τη μαμά ή τον μπαμπά;»
- Alexia Zervoudi
- 29 Ιαν
- διαβάστηκε 6 λεπτά
Πως ήταν η επιμέλεια στα διαζύγια των 90s και 00s και γιατί η συνεπιμέλεια δεν είναι πανάκεια

Σωστά καταλάβατε, ήρθε η ώρα να πω κι εγώ την αποψούλα μου για τη συνεπιμέλεια, ούσα κόρη χωρισμένων γονιών, από ένα διαζύγιο σε σίγουρα όχι ιδανικές συνθήκες. Θέλω να πω, δεν ήταν ένα συναινετικό διαζύγιο, δεν τρώγαμε όλοι μαζί τα Χριστούγεννα, δεν υιοθετήσαμε κανένα σουηδικό έθιμο, μέρος της προίκας μου το χάρηκαν οι δικηγόροι των γονιών μου. Όταν έπειτα από 20 χρόνια, οι γονείς μου βρέθηκαν στον ίδιο χώρο – εκτός δικαστικής αίθουσας - και τους αντίκρισα δίπλα δίπλα για πρώτη φορά – τότε κατάλαβα πόσες λίγες μνήμες είχα με τους δυό τους μαζί ως ζευγάρι – δεν μπορούσε ο εγκέφαλός μου να καταλάβει τι είναι αυτό που βλέπω. Ήταν σαν εκεί που βλέπεις το «Καποδίστριας», να μπαίνει στο πλάνο ο Χάρι Πότερ. Τόσο παράλογο. Για εμένα το φυσιολογικό ήταν οι γονείς μου να μη μιλιούνται.
Λοιπόν, σε εκείνα τα χρόνια, εγώ ήμουν κάπου στα μέσα του Δημοτικού, δεν είχε τεθεί ως εθνικό θέμα η συνεπιμέλεια. Τα παιδιά μεγάλωναν με τη μαμά, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, και περνούσαν με τον μπαμπά τους δύο σαββατοκύριακα το μήνα, λίγες μέρες Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι. Στη δική μου περίπτωση είχε γίνει άλλη συνεννόηση, είχες την ευελιξία να το κανονίσεις διαφορετικά εφόσον συναινούσε η μητέρα! Αν σε κάτι μόνο κατάφεραν να συμφωνήσουν, ήταν ότι δεν με στέρησε ο ένας από τον άλλο, δηλαδή η μητέρα μου δεν επέλεξε να πάει με το γράμμα του Νόμου και να μας υποχρεώσει σε αυτό το μοντέλο του σαββατοκύριακο-παρά-σαββατοκύριακο, σεβόμενη τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του πατέρα μου. ΟΜΩΣ! Χααααααα. Νόμιζες ότι θα σου πω «και ζήσανε αυτοί καλά κι εγώ καλύτερα»; Όχι.
Σε ένα διαζύγιο υπάρχουν πολλά παρατράγουδα. Αν πάρει άσχημη τροπή, μπορείς να μπλέξεις για χρόνια με τα δικαστήρια. Δεν είναι μόνο η επιμέλεια του παιδιού, είναι και τα περιουσιακά, οι διατροφές κλπ. Μέσα σε όλα αυτά, είναι και το θέμα της επιμέλειας βεβαίως και κάποια στιγμή, δεν μπορώ να προσδιορίσω πότε και υπό ποιες συνθήκες, αλλά ας πούμε, δεν ήταν αμέσως μετά τη διάσταση, είχε περάσει κάποιος καιρός όπου ήδη έμενα με τη μαμά μου κι έβλεπα τον μπαμπά μου 1-2 φορές τη βδομάδα, κλήθηκα να πάω σε δικαστή για να πω… μια γνώμη. Ακούσατε, ακούσατε!
Δεν πήγα σε δικαστήριο όπως έβλεπες στη «Λάμψη» και στη «10η εντολή». Πήγα σε ένα γραφείο, από αυτά μου μυρίζουν γεροντίλα, με βαριά ξύλινα έπιπλα και δερμάτινα μαξιλάρια καρέκλας. Απέναντί μου καθόταν μια μεσήλικη κυρία με στρογγυλά γυαλιά – μπορεί και όχι, αλλά εγώ έτσι τη θυμάμαι. Και με ρώτησε, «με ποιον θέλεις να μείνεις; Με τη μαμά ή με τον μπαμπά;».
Αν δεν κάνω λάθος, αυτή η διαδικασία καταργήθηκε λίγο μετά γιατί πολύ απλά ήταν απαράδεκτη κι ευτυχώς το κατάλαβαν. Αλλά εγώ το πρόλαβα! Το έζησα κι αυτό. Ξέραμε γιατί θα πάω, ξέραμε τι θα με ρωτήσουν και ξέραμε – όλοι – τι θα απαντήσω. Και η μητέρα μου και ο πατέρας μου, μου είχαν πει ότι θα πω «θέλω να μένω με τη μαμά, αλλά να βλέπω συχνά τον μπαμπά». Αφενός, γιατί ο μπαμπάς δεν είχε πρόθεση να με πάρει από τη μαμά μου, αφετέρου, η μαμά μου δεν είχε αντίρρηση να βλέπω τον μπαμπά μου όποτε ήθελα και μπορούσε κι εκείνος. Κι όπως ξαναείπα, δεν υπήρχε η συνεπιμέλεια όπως ορίζεται το 2026.
Αν υπήρχε η συνεπιμέλεια και είχα μεγαλώσει σε αυτό το καθεστώς, αυτό θα σήμαινε ότι κάθε έξι μέρες θα έπρεπε να παίρνω τη βαλίτσα μου και να αλλάζω σπίτι. Κι επειδή ο μπαμπάς μου δούλευε ατελείωτα, τελικά θα έμενα έξι μέρες με μια νταντά, σε ένα «κρύο» σπίτι. Κι αν με ρωτάς, αυτό θα ήταν για εμένα μεγάλη δυστυχία.
Βεβαίως είχα πάντοτε δωμάτιο δικό μου και στο σπίτι του μπαμπά, ένιωθα ευπρόσδεκτη και από τη γυναίκα που παντρεύτηκε αργότερα. Αλλά είχα και τη σταθερά μου, το βασικό σπίτι μου, με το παιδικό μου δωμάτιο, με όλα μου τα βιβλία και τετράδια, τα παιχνίδια μου και μου φαινόταν ήδη μεγάλη αναστάτωση να φτιάχνω βαλίτσα για να πάω λίγες μέρες στον μπαμπά, π.χ. στις διακοπές. Έμενα λοιπόν με τη μαμά μου, που είχε την επιμέλεια κι είχα και την ευλογία να ζουν οι παππούδες μου στο κάτω διαμέρισμα, κάτι που έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στο να νιώθω ότι έχω οικογένεια και όχι δύο γονείς που ούτε μεταξύ τους δεν τα πάνε καλά. Περνούσα χρόνο λοιπόν με τον μπαμπά μου, στο πρόγραμμα που μας βόλευε, όχι αυτό που θα όριζε ένα δικαστήριο ή μια συνεπιμέλεια. Εμάς, μπορεί να μας βόλευε η Τρίτη ας πούμε. Και τελικά, μεγάλωσα με δύο οικογένειες (μαμά, γιαγιά, παππού και με τον μπαμπά μου, τη γυναίκα του και αργότερα τον αδελφό μου), αλλά είχα ένα σπίτι. Ένα σπίτι.
Θα μου πεις τώρα, αν η μητέρα μου μουλάρωνε, έχοντας την πλήρη επιμέλειά μου, θα μπορούσε να κόψει τις Τρίτες, να αλλάζει πρόγραμμα, να δημιουργεί προβλήματα και τότε, θα άνοιγε άλλος ένας κύκλος δικαστηρίων, γιατί είμαι σίγουρη ότι ο μπαμπάς μου δεν θα εγκατέλειπε. Ναι, θα μπορούσε. Αλλά αυτό θα σήμαινε, είτε ότι είναι η ίδια ψυχασθενής, είτε ότι ο πατέρας μου είναι κακοποιός. Δεν είναι φυσιολογικό να στερείς από τον άλλο γονιό το χρόνο με το παιδί του χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος. Όμως το δέχομαι, ότι μπορεί να συμβεί γιατί οι άνθρωποι πολλές φορές τυφλώνονται από το μίσος και βλάπτουν τα παιδιά τους χωρίς να το αντιλαμβάνονται.
Μεγαλώνοντας είχα τις κόντρες μου με τον πατέρα μου. Τσακωνόμουν πολύ μαζί του και κάποιες Κυριακές, δεν ήθελα να πάω. Για καλή τύχη όλων μας, η μαμά μου δεν το έβλεπε σαν ευκαιρία να κάνει τη φιγούρα της, αλλά επέμενε ότι «είναι ο μπαμπάς σου, πρέπει να πας». Και πήγαινα. Κάποιες φορές μου έβγαινε σε καλό, ενώ κάποιες άλλες, ο καυγάς μας φούντωνε και της τηλεφωνούσα να έρθει να με πάρει. Κι εκείνη ερχόταν, παρότι μπορεί να την έβγαζα από το πρόγραμμά της. Γιατί η αλήθεια είναι, πως όταν είσαι χωρισμένος και το παιδί είναι στον άλλο γονέα, βρίσκεις ευκαιρία να απολαύσεις λίγο ελευθερία, να κανονίσεις κάτι δικό σου.
Καταλήγω λοιπόν, στο ότι οι άνθρωποι που χωρίζουν κι έχουν παιδιά, θα έπρεπε να είναι πιο ευέλικτοι και να βρίσκουν το μοντέλο που ταιριάζει στη δική τους, έστω διαμελισμένη οικογένεια. Στην πραγματικότητα, η οικογένεια παραμένει οικογένεια μετά το διαζύγιο – εξηγώ παρακάτω. Ούτε το σαββατοκύριακο-παρά-σαββατοκύριακο είναι σωστό, ούτε το κάθε έξι μέρες αλλάζω σπίτι είναι φυσιολογικό για ένα παιδί που έχει τεράστια ανάγκη τη σταθερότητα, σε μια στιγμή που αλλάζει τόσο δραματικά η ζωή σου. Γίνεται πολλά χρόνια μετά αντιληπτό στο παιδί, πόσο τραυματικό ήταν το διαζύγιο για εκείνο και όχι τη στιγμή, τη χρονιά που συμβαίνει. Επίσης, ισχύει ότι όσο μικρότερος είσαι όταν χωρίζουν οι γονείς σου, τόσο πιο ανάλαφρα το παίρνεις τη στιγμή που συμβαίνει. Το «μετά» είναι άλλη ιστορία. Τα μεγαλύτερα παιδιά, έφηβοι ή ακόμη και νεαροί ενήλικες, θα το πάρουν πολύ πιο στραβά, μιας που η εικόνα της οικογένειάς τους έχει παγιωθεί μέσα τους και δεν μπορούν να καταπιούν την αλλαγή, ο κόσμος τους καταρρέει όταν έρθει η ρήξη στο ζευγάρι.
Όπως προείπα, εφόσον ήμουν αρκετά μικρή και ίσα που έχω ελάχιστες μνήμες να είμαστε όλοι μαζί (και να είμαστε και καλά!), για εμένα δεν ήταν πληγωτικό ότι οι γονείς μου χώρισαν και ζουν σε διαφορετικά σπίτια. Ήταν το φυσιολογικό. Έτσι έμαθα, έτσι μεγάλωσα. Δύο οικογένειες, ένα σταθερό σπίτι. Μου φάνηκε λογικό να χωρίσουν, εφόσον δεν ήταν ευτυχισμένοι μαζί. Μου ήταν ξεκάθαρο, ότι ο χωρισμός τους δεν αφορά εμένα. Παρότι δεν χώρισαν όμορφα. Παρότι πήγα σε εκείνη την κυρία. Παρότι είδα και άκουσα πολλά, πάρα πολλά.
Έπειτα από πολλά, πολλά χρόνια, φτάνοντας να έχω τη δική μου πια οικογένεια, κατάλαβα ότι τελικά, είχα μια οικογένεια, χωρισμένη σε δύο σπίτια, εκ των οποίων το ένα σπίτι ήταν και δικό μου. Και δικό μου. Κι αυτό ήταν κάτι προσωρινό, γιατί μετά μεγάλωσα και πήγα σε ολόδικό μου σπίτι. Από όταν έφυγα από το πατρικό μου (ή μητρικό μου αν θες) δεν ξαναμπήκα ποτέ με τα κλειδιά μου.Οπότε, τώρα πια έχω το σπίτι μου, η μαμά μου το δικό της, ο μπαμπάς μου το δικό του. Κι όμως, είμαστε μια οικογένεια.
Δεν μου αρέσει η συνεπιμέλεια των 6 ημερών εναλλάξ. Βασικά, δεν θα μου άρεσε αν ήμουν παιδί. Αυτή είναι η αλήθεια μου και είμαι απόλυτα σίγουρη για αυτό. Και να φανταστείς ότι ζούσαμε και ζούμε όλοι σε απόσταση 5΄ λεπτών με το αυτοκίνητο. Πόσο μάλλον, αν εκτός από σπίτι, πρέπει να αλλάζεις και πόλη κάθε έξι μέρες. Μπορεί η πρόθεση του νομοθέτη να είναι καλή, μπορεί να προστατεύει οικογένειες που δεν μπορούν να συνεννοηθούν αλλιώς, χίλια μπορεί… Μα η πραγματικότητα, όπως τη βλέπω εγώ, είναι πως πάντα την πληρώνουν τα παιδιά, η άσκηση της επιμέλειας των οποίων, ιδανικά, θα έπρεπε να καθορίζεται σε φιλικό επίπεδο από τους ίδιους τους γονείς. Ακόμη και αν ρωτήσεις ένα 9 χρονο παιδί, «με ποιον θέλεις να μείνεις; Με τη μαμά ή τον μπαμπά;», το παιδί δεν μπορεί να απαντήσει. Κάποια πράγματα πρέπει να τα αποφασίζουν οι ενήλικες, με την ωριμότητα που υποτίθεται έχουν. Έτσι, κανένα μικρό παιδί δεν μπορεί να καταλάβει ότι το να αλλάζεις σπίτι κάθε έξι μέρες, μπορεί να κρύβει μεγάλη παγίδα στα μελλοντικά ψυχολογικά του. Δεν έχω τη λύση ή τη μαγική συνταγή, γιατί αν την είχα, μάλλον θα έκανα άλλη δουλειά. Εύχομαι μόνο οι χωρισμένοι γονείς να μην πηγαίνουν τυφλά by the book και να μπορούν να έρχονται σε συνεννόηση, φτιάχνοντας ένα δίκαιο πρόγραμμα που εξυπηρετεί όλους, αλλά κυρίως, δεν κάνει βαλιτσάκι το παιδί.




Σχόλια