Οι έφηβοι με τρομάζουν, αλλά έπρεπε να τους μιλήσω
- Alexia Zervoudi
- πριν από 6 ημέρες
- διαβάστηκε 4 λεπτά
Career Day στο παλιό μου σχολείο κι εγώ εμφανίζομαι να παρουσιάσω ΜΜΕ & Δημοσιογραφία, αλλά τελικά, μοιράζομαι ένα κοινό μυστικό που έκανε κάποιους να χαμογελάσουν.

Ένα βράδυ στο messenger, ένας από τους παλιούς συμμαθητές μου, μου πρότεινε να επισκεφθώ το σχολείο μας για μια ημέρα «καριέρας», που απευθύνεται σε παιδιά Γυμνασίου. Το task ήταν απλό. Να εμφανιστώ μπροστά τους και να τους μιλήσω λίγο για ΜΜΕ και Δημοσιογραφία. «Α, ναι, σωστά, αφού είμαι δημοσιογράφος», σκέφτηκα και αποδέχτηκα με χαρά.
Όταν βρήκα το χρόνο, έφτιαξα μια παρουσίαση με όσο περισσότερο χιούμορ μπορούσα και με φωτογραφίες από το προσωπικό μου αρχείο, για να δουν πως ήμουν στην ηλικία τους, δηλαδή, ακριβώς τη χρονιά που αποφάσισα ότι θέλω οπωσδήποτε να γίνω δημοσιογράφος κι άρα, έπρεπε να στήσω μια στρατηγική για τα επόμενα χρόνια για να το πετύχω. Αν και λίγοι με πίστεψαν, έκανα ακριβώς αυτό, που πλέον, παρά τις περιπέτειές μου στο marketing και τον ιδιωτικό κλάδο της υγείας, ήρθε τελικά στο δρόμο μου όπως το ονειρεύτηκα και μοιάζει να είναι η καλύτερη απόφαση που έχω πάρει ποτέ.
Δεν χρειαζόταν να ετοιμάσω κάποιο κείμενο ή να προβάρω την ομιλία μου, άλλωστε για τον εαυτό μου θα μιλούσα, τι πιο απλό. Πόσο καθόλου απλό δεν ήταν κάποτε όμως! Στην ηλικία τους δεν μου περίσσευε στάλα coolness, ήμουν μαζεμένη, έως ντροπαλή και ποτέ δεν θα σηκωνόμουν οικειοθελώς σε μια γεμάτη αίθουσα, να πω μάθημα, ας πούμε.
Στα δικά μας χρόνια δεν είχαμε και παρουσιάσεις, αυτά ξεκίνησαν στο Πανεπιστήμιο, που πια, είχα ξεθαρρέψει. Η αλήθεια είναι, ότι δεν μπορείς να είσαι ντροπαλός δημοσιογράφος. Αφενός, γιατί πρέπει να κάνεις πολλές ερωτήσεις, όχι πάντα εύκολες. Αφετέρου, αναγκάζεσαι να εμφανίζεσαι δημόσια, είτε υπογράφοντας το άρθρο με το όνομά σου, είτε παρουσιάζοντας κάτι.
Φτάνοντας λοιπόν στη γεμάτη αίθουσα, μαζί με έναν δικηγόρο και μια ψυχολόγο που θα παρουσίαζαν τα δικά τους επαγγέλματα, διαπίστωσα ότι φοβάμαι τους έφηβους. Φοβάμαι ότι ακούν αυτό που θέλουν και όχι αυτό που λες, ότι βαριούνται χωρίς να μπορούν να το κρύψουν, και σίγουρα μέσα τους θα σκέφτονταν, «άντε να τελειώνουμε και με αυτό… τουλάχιστον χάνουμε μάθημα!».
Περίπου 20 παιδιά Γ’ Γυμνασίου με κλίση στις ανθρωπιστικές σπουδές, περίμεναν να δουν τη Σία Κοσιώνη ίσως και εμφανίστηκα εγώ, με τη χαζή μου παρουσίαση και η πρώτη μου ερώτηση ήταν, αν κάποιος από αυτούς, θέλει πράγματι να γίνει δημοσιογράφος. Ήταν μόνο ένα αγόρι, που καθόταν στο τελευταίο θρανίο, και ζυγίζοντας μέσα μου το 1 προς 19, ξεστόμισα, «εσύ μπορείς τώρα να κλείσεις τα αυτιά σου, όλοι οι υπόλοιποι ανοίξτε τα, γιατί όσα θα πω, αφορούν περισσότερο εσάς, που δεν θέλετε να γίνεται δημοσιογράφοι». Δεν ξέρω πως μου ήρθε να το πω αυτό κι αν ήταν σωστό για αυτόν τον έναν μαθητή, αλλά κάπως ίσως να κέρδισα το ενδιαφέρον τους.
Στην πρώτη διαφάνεια, τους έδειξα την ομαδική φωτογραφία της τάξης μου, τη χρονιά που βρισκόμασταν στη Γ’ Γυμνασίου όπως εκείνοι. Και τότε κατάλαβα, ότι πρέπει να μιλήσω με την καρδιά μου, χωρίς να με νοιάζει αν κάποιος κοιμάται πάνω στο θρανίο κι αν εκείνο το όμορφο, ψηλό κορίτσι στο βάθος κρυφογελάει, μάλλον λίγο ειρωνικά.
«Ε λοιπόν, εγώ δεν ήμουν καλή μαθήτρια. Ήμουν αφηρημένη, όλα έμοιαζαν θολά. Ίσως είχα διάσπαση προσοχής, ίσως κάτι άλλο. Έμεινα αδιάγνωστη όπως και να έχει, αν ήμουν τώρα μαθήτρια, πιθανώς να είχαν βρει τι δεν πάει καλά με εμένα. Όμως, ήμουν πολύ καλή στην Έκθεση. Αυτό, ήταν κάτι που διέκρινε σε εμένα, ο δάσκαλος των Ελληνικών στην Ε’ Δημοτικού. Πλατύαζα, έβγαινα εκτός θέματος, ήμουν ανορθόγραφη, όμως εκείνος, κάτι είδε. Στη συνάντηση γονέων και κηδεμόνων λοιπόν, είπε στη μητέρα μου να με παροτρύνει να γράφω ημερολόγιο. Τι να γράψει ένα παιδί δημοτικού σε ένα ημερολόγιο; Όμως, ήρθε το Γυμνάσιο και τότε, τα ερεθίσματα ήταν περισσότερα, τα συναισθήματα πιο περίπλοκα. Άρχισα να γράφω, οι σελίδες γέμιζαν αβίαστα και η πηγή έμπνευσης, ήταν κυρίως, αυτός εδώ ο τύπος…», τους είπα αποκαλύπτοντας αυτό που ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα ξεστομίσω μέσα στο χώρο του σχολείου. «Αυτός εδώ, είναι ο Στάθης!», εξήγησα, αφού πια είχα την προσοχή τους.
Τους μίλησα για τον αγώνα των Πανελληνίων, για την αποφοίτηση, τα φοιτητικά χρόνια. Ανέφερα πολλούς καθηγητές που με ενέπνευσαν, συμφοιτητές μου που πέτυχαν στη δημοσιογραφία, εξιστόρησα τη δική μου πορεία στο επάγγελμα και κατέληξα, ότι από το Πανεπιστήμιο αυτό δεν βγήκε κανένας έτοιμος δημοσιογράφος, όπως σε μια τεχνική δουλειά. «Το Πανεπιστήμιο σε μαθαίνει να σκέφτεσαι και αργότερα, δουλεύοντας με το μέσα σου, βρίσκεις ποιος είσαι και που θέλεις να πας». Αυτή ήταν και η ουσία της παρουσίασης άλλωστε.
Είπα πολλά σχετικά με το θέμα και κόντευα να ξεχάσω από πού ξεκίνησα την ομιλία, ώσπου ήρθε η ώρα των ερωτήσεων. Ευχήθηκα να γίνει έστω μια ερώτηση, να μη βαρέθηκαν σε τόσο ακραίο βαθμό, όπως φοβόμουν. Το κορίτσι με το αμφιλεγόμενο γέλιο στο βάθος, σήκωσε το χέρι και έκανε μια ερώτηση λοιπόν, τη μοναδική ερώτηση που δεν περίμενα ποτέ ότι θα μου κάνουν. «Με τον Στάθη μιλάτε τώρα;». Γέλασα συγκρατημένα και μέσα μου σκέφτηκα, ότι, για δημοσιογράφος δεν ξέρω, αλλά σίγουρα είμαι καλή story teller.
Κάποιες φορές, συναντάμε στη ζωή, τυχαία, ανθρώπους που μπορεί να μην τους δούμε ποτέ ξανά. Να μην παίξουν ποτέ ενεργό ρόλο στη ζωή μας. Μπορεί να μη θυμόμαστε καν το όνομά τους, όπως δυστυχώς δεν θυμάμαι τον δάσκαλο Ελληνικών της Ε’ Δημοτικού. Όμως μια μικρή κίνηση, μια ατάκα ή συμβουλή, μια μοναδική στιγμή στο σύμπαν μαζί τους, μπορεί να μείνει μέσα μας για πάντα (διπλής, μπορεί και τριπλής ανάγνωσης). Φεύγοντας από το σχολείο μου, αναρωτήθηκα αν κάποιος από αυτούς τους μαθητές, πράγματι γίνει δημοσιογράφος μια μέρα, θα κάνει λίγο χώρο στη μνήμη του για εμένα; Για φαντάσου!





Σχόλια