top of page

Κάποτε πήρα συνέντευξη από έναν αληθινό Λόρδο...

  • Εικόνα συγγραφέα: Alexia Zervoudi
    Alexia Zervoudi
  • πριν από 3 ημέρες
  • διαβάστηκε 6 λεπτά

Φοιτήτρια μεταπτυχιακού και ο καθηγητής του Marketing μας πηγαίνει μονοήμερη σε ένα αληθινό Chateau έξω από την Τουλούζη... Ήταν η 1η φορά που πήρα συνέντευξη σε κάποιον κι αυτός ο κάποιος, ήταν ο Λόρδος του Λαστούρ Γκαγιάκ. Το προϊόν της συνέντευξης δεν παρουσιάζεται στο παρόν κείμενο, που είναι ένα ακόμη blast from the past από τη Γαλλία του παρελθόντος. (από τη στήλη "Οι Τζιτζιφιόγγοι κι εγώ", 2011-2012)



Ούτε το Σάββατο δεν βρήκαμε ησυχία. Ξυπνήσαμε αξημέρωτα, όλη η Τουλούζη ήταν σκεπασμένη από ένα πυκνό ροζουλί πέπλο ομίχλης. Άκουγα «τακ, τακ, τακ» κι ήξερα ότι έρχεται η Φού με τις σεξουαλικές μπορτώ μπότες της. Όταν πλέον με είχε φτάσει στα δυο μέτρα, διέκρινα τη μορφή της και συνεχίσαμε μέχρι το μετρό, για να βρούμε τη Νούρα και τον Μoush. Από εκεί, με τραίνα, αεροπλάνα και βαπόρια θα φτάναμε στο δοξασμένο Basso Cambo, για να βρούμε τον καθηγητή μας και να πάμε όλοι μαζί στους πελάτες μας, στην Πέρα Ραχούλα, να τους κάνουμε το marketing plan… Το κρύο είναι υποφερτό μέχρι στιγμής.

 

Φτάνουμε στο Basso Cambo και ο καθηγητής μας περιμένει από την απέναντι μεριά του δρόμου. Το πρόβλημα είναι ότι μας χωρίζει ένα πράσινο συρματόπλεγμα και δεν υπήρχε, πιστεύαμε, τρόπος για να φτάσουμε αν δεν κάναμε τον κύκλο. Όμως είχαμε αργήσει αρκετά κι έτσι σκέφτηκα πως μπορούμε να σκαρφαλώσουμε και να πηδήξουμε από την άλλη μεριά, προκειμένου να φτάσουμε στο σημείο αναφοράς χωρίς περιττούς κύκλους… Έδεσα την τσάντα μου στο λαιμό μου, έσφιξα τα δαχτυλάκια των ποδιών μη μου φύγει η μπαλαρίνα, κι άρχισα να σκαρφαλώνω σαν τη μαϊμού για να δώσω το καλό παράδειγμα και να τους εμψυχώσω. Ακολούθησε η Νούρα με σχετική ευκολία… Τραμπαλίστηκε λίγο πάνω στο κάγκελο, αλλά τουλάχιστον έκασε με τα τέσσερα πόδια. Ύστερα η Φού, η οποία δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμη να πηδήξει και πάνω στη στιγμή, η σεξουαλική μπότα με το καουμπόικο τακούνι σκάλωσε κάπου. Από τη μία εκείνη κρατιόταν από τον Moush, από την άλλη εκείνος την έσπρωχνε για να της δώσει φόρα να πηδήξει (δεν είχε καταλάβει ότι σκάλωσε η μπότα). Εγώ κρατούσα την τσάντα της και δεν είχα χέρια να την πιάσω. Τελικά ο Moush της έδωσε μια σπρωξιά κι εκείνη προσγειώθηκε αναίμακτα δίπλα μου.

 

Ο Μoush, που επίσης μου έδωσε την τσάντα του, ήταν με το ένα πόδι πάνω στη σιδεριά και με το άλλο στην άσφαλτο, λες και του το είχανε βιδώσει. Hruso mou, δεν γίνεται να πας από την απέναντι και το πόδι να μείνει πίσω!Με τα πολλά τα καταφέραμε όλοι, ενώ ο καθηγητής είχε φέρει το αυτοκίνητο στην… πίστα προσγείωσης, διότι μας έβλεπε από μακριά να παιδευόμαστε και έκανε τον καθολικό σταυρό του. Μπουκάραμε στο αυτοκίνητο, αλλά εκείνος δεν ξεκινούσε… «Μα… γιατί πηδούσατε πρωινιάτικα;», μας ρώτησε ξαφνιασμένος και λίγο αναστατωμένος από τη χαζομάρα μας, «ορίστε, ένα μέτρο παρακάτω είχε πόρτα!». Οι καλοί μου συμφοιτητές δεν δίστασαν να δικαιολογηθούν και να με δείξουν με το δάχτυλο, «να, αυτή! Δική της ιδέα ήταν!!!». Άντε μωρέ, εγώ φταίω που κάνω τη ζωή μας λίγο πιο πικάντικη…

 

Δεν θέλω να γίνομαι επικριτική… αλλά ο δεξής καθρέπτης της σακαράκας του καθηγητάκου ήταν σακατεμένος, σαν ζαρωμένος κώλος γριάς και ο αριστερός στεκόταν από τύχη και λίγο σιλοτέιπ. Οι πόρτες ήταν χτυπημένες και όλες οι γωνίες φαγωμένες και ξεφλουδισμένες. Η ομίχλη έκανε το σκηνικό ακόμα πιο τρομακτικό ενώ η «εξοχή» της Τουλούζης έμοιαζε με το Silent Hill. Ψηλά γυμνά δέντρα, ερειπωμένα σπίτια, αμέτρητα εκτάρια με καμένες κληματαριές (καμένες από το κρύο, όχι από τις φωτιές σαν και του λόγου μας).

 

Ύστερα από 50 χλμ φτάσαμε σε ένα χωριουδάκι, πολύ ήσυχο και γραφικό… μεσαιωνικού στυλ. Εκεί θα βρίσκαμε τους υπόλοιπους που θα ερχόντουσαν με δικά τους αυτοκίνητα. Πράγματι μαζευτήκανε όλοι (ή...σχεδόν όλοι!!!), προκειμένου να ακολουθήσουν με τα αυτοκίνητά τους τον

καθηγητή, μέχρι το περιβόητο Κάστρο Λαστούρ Γκαγιάκ. 

 

Ο δρόμος χανόταν στην ομίχλη… Ένα πράγμα σαν «το πείραμα της Φιλαδέλφεια». Ξαφνικά βρεθήκαμε εκτός τόπου και χρόνου, μπροστά στο επιβλητικό chateau. Ένα σκυλί- λύκος γρύλλιζε στις ρόδες μας κι εμείς τρομοκρατημένοι και ξεπαγιασμένοι παραμέναμε στο αυτοκίνητο. «Που είναι ο Λόρδος;», αναρωτιόμασταν, ενώ σιγά σιγά έφταναν και οι συμφοιτητές μας με τα αυτοκίνητά τους. Που είναι ο Μόγγυ; Κανείς δεν τον είχε δει από το πρωί. Κατεβήκαμε από τα αυτοκίνητα και κοιταζόμασταν σαν τους βλάκες. Το  σκυλί- λύκος μας κοίταζε περίεργα, αλλά δεν έκανε επίθεση. Και τότε, άνοιξε η πόρτα και ξεπρόβαλλε ο Λόρδος… Από τα φρύδια και μόνο καταλάβαινες ότι είναι γαλαζοαίματος. Μόνο από τα φρύδια όμως… Κατά τ’ άλλα ήταν ντυμένος σαν τσοπάνης.

 

«Βζζζζζζζζζζζν γκρρρρρρρρρρρουουουουουνγκ!», ακούγεται ένα αυτοκίνητο να γκαζώνει και να παίρνει ανοιχτά τη στροφή, παραλίγο να καρφωθεί στο δέντρο. Ήταν ο Μόγγυ, έτρεχε σαν διάολος και με το που πάρκαρε δίπλα μας, οι επιβάτες, δηλαδή οι Κινέζες, κατέβαιναν φρικαρισμένες. «Είδατε το φάντασμα κι εσείς;», ρωτάει ο Λόρδος κι ανασηκώνει το βασιλικό του φρύδι. Εκείνοι έγνεψαν καταφατικά… «τον Χάρο με τα μάτια μας είδαμε…», είπαν αλά γαλλιστί… Ο Μόγγυ από την άλλη, ήταν σα να μη συμβαίνει τίποτα, σαν να είναι νορμάλ μπροστά σε ένα Λόρδο να φοράς πορτοκαλί πέτσινο τζάκετ και να μπουκάρεις στο κάστρο του με 120χλμ/ώρα. Σίγουρα δεν του κάναμε καλή εντύπωση εξαρχής… «Ελάτε…» πρόσταξε με τη βαθιά φωνή του και προχώρησε προς το ερειπωμένο κτίσμα δεξιά του κάστρου. «Στάβλοι ή μπουντρούμια;» αναρωτιόμουν κι έσερνα τα μπαλαρινάκια μου στα χαλίκια. Ο Λόρδος έβγαλε ένα τεράστιο κλειδί από την τσέπη του κι άνοιξε την πόρτα… Για να περάσουμε από την πόρτα σκύψαμε όλοι… Να χαρώ εγώ τους βασιλικούς! Ολόκληρη κουμούτσα κλειδάρα χρυσή για μια τόση δά πορτούλα. Κατεβήκαμε και μια σκονισμένη σκάλα, φτάσαμε στον πάτο κι ύστερα περνούσαμε από το ένα σκοτεινό δωμάτιο στο άλλο.

 

Οι κινεζούλες ήταν στον κόσμο τους… Στηνόντουσαν κανονικά και αλληλοφωτογραφίζονταν για τα μάτια του facebook. Ο Λόρδος μας οδήγησε στο κελάρι… Αμέτρητα ανοξείδωτα βαρέλια περιέκλειναν το χώρο. Το δωμάτιο μύριζε κλεισούρα και μούστο… Οι τοίχοι ήταν στολισμένοι με μεγάλα κάδρα των προγόνων…

 

Όλα ξεκίνησαν γύρω στο 1576, όταν το άμοιρο Isle sur Tarn ήταν φέουδο της καθολικής εκκλησίας, το οποίο κατέληξε να ανήκει στην οικογένεια του Λόρδου. «Ο πρόγονός μου, ντε Καλμέλς, αποφάσισε να χτίσει το κάστρο του εδώ, πριν ξεσπάσει η Γαλλική Επανάσταση… Οι γενιές πέρασαν, κάποιοι έκαναν κορίτσια, κάποιοι δεν είχαν παιδιά κι έτσι το κάστρο πέρασε από τα χέρια των ντέ Μπουρντές (1780) . Ο ντέ Μπουρντές, ήθελε να επεκτείνει κι άλλο το κάστρο… Όταν οι επαναστάτες άρχισαν να ξεκληρίζουν τους βασιλικούς, ο Ζαν Αντρέ Μπουρντές, επιχείρησε να το σκάσει στην Ισπανία. Και όταν τον κατάλαβαν, τον έπιασαν και τον φυλάκισαν στο Αλμπί», μας εξήγησε. Ο Ζαν Αντρέ όμως δεν έβαλε μυαλό, μετά την αποφυλάκισή του, που συνέπεσε με το fail του Ροβεσπιέρου, επέτρεψε στο κάστρο, και μαζί με το τελευταίο λιθαράκι που ολοκλήρωσε την οικοδομή, έφτιαξε και έναν κήπο αλά Φρανσέζ… Από τη δεξιά μεριά, τα άνθη σχηματίζουν μέχρι σήμερα στον σταυρό του St. Luis κι από την αριστερή, το λουλούδι Lys… Δυο βασιλικά σύμβολα της εποχής, για να μπει στο μάτι των χωριάτηδων ο κατατρεγμένος γαλαζοαίματος.  Ο ίδιος δεν έκανε παιδιά κι έτσι άφησε στην ανιψιά του, Βιρτζινί ντέ Φοντγκοντράν, το περίφημο chateau. Εκείνη με τη σειρά της παντρεύτηκε τον απόγονο των ντε Μπελφορτές. Η εγγονή τους, Ζερμέν Μπελφορτές ήταν η μητέρα του δικού μας Λόρδου, που παντρεύτηκε τον Λόρδο ντε Φαραμόντ και κάπως έτσι, το κάστρο κατέληξε στους ντε Φαραμόντ. Το «ντέ» πάντως τους έμεινε…

 

Η προπρο προ προ προ γιαγιά του, κάπου στον 17ο αιώνα, έχασε τον άνδρα της όταν ήταν ακόμη νέα… Καταπιάστηκε με την οινοποιεία, έκλαιγε πάνω από τα χώματα στο αμπέλι, από τα οποία σύντομα ξεπετάχτηκαν ζουμερά σταφύλια…

 

«Όταν μιλάμε για το κρασί, μπορούμε να μιλήσουμε για όλα… Για τους προγόνους, την παράδοση, την κουλτούρα…». Άνοιξε μερικά μπουκάλια κι ας ήταν 11 το πρωί, ήπιε ο καθένας μας 3-4 ποτήρια. Αλλά, τσιγγουνάκος κι ο Λόρδος, ξεροσφύρι μας τα προσέφερε, ούτε ένα πατατάκι, ένα καρότο, ένα χταποδάκι στα κάρβουνα, έστω ένα βατραχοπόδαρο αδελφέ! Ο καθηγητούλης  την άκουσε γερά, άρχισε να τσιμπάει τη Φού και να γαυγίζει σαν τον σκύλο-λύκο, τάχα μου για να την τρομάξει… Οι Κινεζούλες έβγαλαν από τις τσάντες τους σοκολάτες και γλειφιτζούρια, λες κι ήμασταν το νηπιαγωγείο κι έτσι η ατμόσφαιρα χάλασε τελείως… Και τότε συνειδητοποίησα οτι όση ώρα μπεκρούλιαζαν και χλαπάκιαζαν οι άλλοι, με έχει πιάσει μονότερμα ο Λόρδος και μου έδινε συνέντευξη. Κοίταξα αυστηρά τον καθηγητούλη... "του είπα οτι είσαι δημοσιογράφος..." μαρτύρησε ενοχικά. Καταραμένο Πάντειο, με ακολουθείς παντού... 

 

Ο στόχος βέβαια ήταν να κάνουμε marketing plan όχι να μεθύσουμε και να λύσουμε τα οικογενειακά μας. Αλλά δε βαριέσαι… Εγώ σε καταλαβαίνω Λόρδε, από τα ψηλά στα χαμηλά… Σε διαβεβαιώνω ότι κι η δική μου σκούφια από τους ντε Γκαγιάκ προέρχεται, αλλά ποιος με πιστεύει! Το χειρότερο δε είναι, πως ο Λόρδος κι εγώ, έχουμε εναποθέσει όλες μας τις ελπίδες στον τουρισμό. Ακούς Λόρδε; Κοίτα να πετύχουμε και μη με πάρεις στον γκρεμό μαζί σου…

 

Σχόλια


©2018 by A Zed Story. Proudly created with Wix.com

bottom of page