Περί Ανυπομονησίας και η ζωή τις Ενδιάμεσες Ημέρες

Σε λίγες ημέρες αλλάζει ΠΑΛΙ η ώρα. Καθώς εξηγούσα στα παιδιά τον μηχανισμό, σκεφτόμουν τον χρόνο σαν γενικότερη έννοια, με την ψευδαίσθηση που έχουμε οι άνθρωποι ότι μπορούμε κάπως να τον μετρήσουμε, αλλά που σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να τον ελέγξουμε.
«Ανυπομονώ να αλλάξει η ώρα!», σχολίασε με ενθουσιασμό η μια μου κόρη, καθώς εξηγούσα ότι το πρωί που θα ξυπνάμε, θα έχει ξημερώσει όταν γίνει αυτό. Αυτή η μια ώρα που ψευδώς θα «κερδίσουμε», κι αυτό το «ανυπομονώ» με έκανε να σκεφτώ τις ενδιάμεσες ημέρες. Τι συμβαίνει στη ζωή, τις ενδιάμεσες ημέρες μεταξύ των ημερών για τις οποίες «ανυπομονούμε». Και διαπίστωσα ότι έχει έρθει στη ζωή μου μια μεγάλη αλλαγή τα τελευταία χρόνια. Η παύση της ανυπομονησίας.
Καμιά φορά ανυπομονούσα τόσο πολύ για κάτι, που σχεδόν ξεχνούσα ότι δεν θα ζω για πάντα. Ακόμη και για το λίγο που θα ζήσω, δεν θα είμαι όσο χρονών είμαι σήμερα, που ήδη δεν είμαι αρκετά νέα, ώστε να τον ξεχνάω. Τον θάνατο.
Έλεγα, δεν πειράζει που δεν έχω κάτι ευχάριστο να κάνω σήμερα κι αύριο, θα έχω μεθαύριο. Ανυπομονούσα λοιπόν, να περάσει η κακή εβδομάδα, να έρθει η επόμενη. Βαριόμουν να πάω κάπου που δεν με ευχαριστεί, αλλά έλεγα, δεν πειράζει, θα περάσει και μετά θα πάω κάπου αλλού – χάριζα τον χρόνο μου απλόχερα ενώ μπορούσα να πω ένα ωραιότατο «όχι». Δεν μπορώ δε, να ξεχάσω, πόσες φορές τελείωνα τη δουλειά πριν τη λήξη της βάρδιάς μου, αλλά σαφώς έπρεπε να χάσω το χρόνο μου καθισμένη στην καρέκλα μπροστά στον υπολογιστή και να περιμένω το σχόλασμα – πλήξη αφόρητη.
Θυμάμαι πως όταν έφευγα διακοπές, μετρούσα αντίστροφα, ετοίμαζα τα πράγματα μέρες πριν, και την παραμονή του ταξιδιού με κυρίευε ένα πολύ συγκεκριμένο αίσθημα ανυπομονησίας. Πλέον ετοιμάζω τα πράγματα την παραμονή και ακόμη και την ώρα που κλειδώνω το σπίτι να φύγω για τον προορισμό μου, είμαι απλώς «συνηθισμένα χαρούμενη». Καμία ανυπομονησία. Το πιο εκπληκτικό βέβαια είναι το πόσο χαρούμενη είμαι όταν επιστρέφω στο σπίτι μου. Για καιρό νόμιζα ότι απλώς, έχασα τον ενθουσιασμό μου. Κι όμως περνούσα πολύ ωραία στις διακοπές. Τι ήταν αυτό που άλλαξε; Το γήρας μου;
Άλλαξε το επίπεδο ανυπομονησίας που θάμπωνε την κρίση μου και έκανε τις ενδιάμεσες από μεγάλες συγκινήσεις ημέρες, να μοιάζουν μικρές και ασήμαντες. Η τελευταία φορά που ένιωσα ανυπομονησία, ήταν μια τυχαία ημέρα της δεύτερης εγκυμοσύνης μου, που παραδεχτήκαμε ο ένας στον άλλον με τον Πτι Κερ, ότι νιώθουμε ανυπομονησία για τη γέννηση της Σμαράγδας!
Από τότε, καμία ανυπομονησία, χάθηκαν τα ίχνη της. Θα μου πεις, δηλαδή από τότε, όλες οι ημέρες είναι τόσο καλές που δεν εύχεσαι να τελειώσουν να πάμε παρακάτω; Όχι ακριβώς. Μέσα στην ημέρα θα υπάρχουν αναποδιές, κακή διάθεση, φωνές ίσως. Αλλά μέσα στην ημέρα θα υπάρχει έστω και μια στιγμή συνειδητότητας κι ευγνωμοσύνης. Και μπορεί να μην είναι τα παιδιά, αλλά κάποιος κεραυνός σοφίας που με χτύπησε κατακούτελα σε κάποια φάση της ζωής μου, δεν ξέρω.
Όλα αυτά βεβαίως αποσκοπούν στην αποδοχή του τέλους, όποτε έρθει αυτό. Το σίγουρο είναι πως κάποτε θα έρθει. Και θα έρθει πιο εύκολα, αν γνωρίζω πως σπατάλησα όσο το λιγότερο δυνατό άσκοπο χρόνο – είτε σε εξωτερικό περιβάλλον, είστε στο εσωτερικό περιβάλλον του ταπεινού μυαλού μου. Θα με παρηγορεί ότι είχα εκλάμψεις που με έκαναν να φύγω από καταστάσεις δίχως νόημα κι από ανθρώπους που δεν άξιζαν κάτι τόσο πολύτιμο, όσο ο χρόνος μου. Συνήθως οι άνθρωποι κάνουμε το αντίθετο. Ψάχνουμε να βρούμε το νόημα για να δικαιολογήσουμε την πατάτα. Για παράδειγμα:
Ο χρόνος επηρέασε και την αξία των σχέσεων. Ξαφνικά στη ζωή μου υπάρχουν άνθρωποι που τους γνωρίζω δεκαπέντε χρόνια. Όχι τους στενούς μου φίλους που τους ξέρω πολύ περισσότερα. Εννοώ ανθρώπους που συναναστράφηκα σε κάποια τυχαία φάση της νιότης μου κι έμειναν στις επαφές χωρίς να το προβλέψω. Δεν είναι τόσα πολλά τα δεκαπέντε χρόνια γνωριμίας τώρα πια, κάποτε ήταν σχεδόν όλη η ζωή, αργότερα η μισή ζωή – ήταν κι αυτό πολύς χρόνος. Ενώ τώρα, μια γνωριμία δεκαπέντε ετών, δεν μοιάζει τόσο σπουδαία!
Είχα κάποτε μια σχέση που κράτησε δύο χρόνια. Υπήρχαν σοβαρότατες ενδείξεις ότι η σχέση έπρεπε να τελειώσει στον 1ο χρόνο. Με λίγα λόγια, χάρισα σε κάποιον δώδεκα ακόμη μήνες της ζωής μου, γιατί ήμουν τόσο πολύ νέα, που δεν καταλάβαινα πόσος χαμένος χρόνος είναι αυτό. Όλα τα χρόνια που ακολούθησαν, έδινα ένα αφηρημένο νόημα σε αυτή τη χρονοκαθυστέρηση, αλλά σήμερα, δεν ξέρω πως μου ήρθε στο μυαλό καν, αποφάσισα ότι δεν υπήρχε κανένα νόημα, ήταν απλώς η άγνοιά μου. Και δεν θα μπορούσα να την αποφύγω, γιατί η σπατάλη της νιότης σε μπούρδες είναι αναπόφευκτη. Και θυμάμαι τον πατέρα μου να επιμένει – όχι για εκείνο το αγόρι, αλλά φιλοσοφικά μιλώντας – πως κάποια πράγματα στη ζωή τα μαθαίνεις μόνο μέσω πείρας. Αντίστοιχα, επένδυα συναισθηματικά σε φιλίες που ήταν προδιαγεγραμμένο ότι θα λήξουν πολύ πιο σύντομα από όσο υπολόγιζα. Γιατί μου έλειπε η πείρα, ώστε να τις αξιολογήσω σωστά.
Ανυπομονούσα σε κάθε στάδιο. Να τελειώσει το σχολείο, να ενηλικιωθώ. Να πάρω πτυχίο. Να βρω δουλειά. Να κάνω οικογένεια. Κι ύστερα ήρθαν τα παιδιά μου κι αν εξαιρέσω τις ημέρες που αρρώσταιναν, όλες τις άλλες ημέρες δεν ήθελα να τις προσπεράσω για καμία επόμενη. Επειδή τώρα πια με κυνηγούσε ο χρόνος σε άλλη ταχύτητα. Για πότε πακέταρα τα ρούχα της πρώτης ηλικίας, για πότε στάθηκα τελευταία φορά στον διάδρομο του σούπερ μάρκετ με τις πάνες – σας τα έχω ξαναπεί.
Τώρα δεν ανυπομονώ για τίποτα πια. Τώρα ο χρόνος τρέχει πιο γρήγορα από κάθε άλλη στιγμή στη ζωή μου, ενώ είναι η πρώτη φορά που θα ήθελα να παγώσει (και να μείνουν τα παιδιά μου μικρά για μια εικοσαετία τουλάχιστον!). Αντ’ αυτού, κερδίζουμε μια ώρα τώρα και τη δίνουμε πίσω την Άνοιξη – τι εφιάλτης!- επομένως, δεν κερδίζουμε τίποτα στην ουσία, γιατί ο χρόνος είναι σαν το καζίνο. Είναι απίθανο να τον κερδίσεις και άρα, η ανυπομονησία είναι παντελώς ανώφελη. Η ζωή που συμβαίνει τις Ενδιάμεσες Ημέρες είναι η μόνη ζωή που έχουμε στην πραγματικότητα!






Σχόλια