Η Οδύσσεια της Αλεξίας 2026 part 9
- Alexia Zervoudi
- πριν από 2 ημέρες
- διαβάστηκε 6 λεπτά
Μακαρόνια με κέτσαπ

Λένε πως στις διακοπές με παιδιά, οι μαμάδες δεν απολαμβάνουν την ξεγνοιασιά καθώς μεταφέρουν την πραγματικότητά τους και τις συνήθειές τους, απλά σε διαφορετική τοποθεσία. Έχοντας επιλέξει τα τελευταία χρόνια να ζω σα νομάς στις διακοπές, δηλαδή να αλλάζουμε κατάλυμα κάθε λίγες ημέρες, αυτό θα ήταν αφόρητο. Και δεν συμφωνώ. Για εμένα οι διακοπές, είναι πάντα διακοπή των ρουτινών. Για παράδειγμα, δεν μαγειρεύω. Φτιάχνω πλατώ άμα λάχει, κανένα τοστ για την παραλία, κόβω φρούτα, αλλά ως εκεί. Κι όσες φορές έτυχε να ανάψω μάτι κουζίνας, ήταν είτε για να βράσω τα αυγά, ένα εύκολο και υγιεινό σνακ, είτε για να φτιάξω το ένα και μοναδικό πράγμα που μαγειρεύω σε περίοδο ανάπαυσης. Μακαρόνια σκέτα, που σερβίρονται με κέτσαπ και καταναλώνονται με περισσότερη επιθυμία από οποιοαδήποτε άλλη μακαρονάδα.
Κάτι ακόμη που διακόπτεται είναι η καθημερινή φροντίδα του σκύλου μας. Και παρότι μου λείπει και τη σκέφτομαι καθημερινά τη γερολύκαινά μου, δεν σας κρύβω πως με ξεκουράζει ένα σκύψιμο λιγότερο για να της βάλω τροφή, που στην πραγματικότητα είναι περίπου δέκα σκυψίματα την ημέρα, μέσα στη σακούλα της τροφής, ακούμπισμα στο πάτωμα, γέμισμα νερού και μάζεμα ακαθαρσιών. Τα χάδια και οι αγκαλίτσες δεν καταμετρώνται, είναι αυτά που μου λείπουν περισσότερο όταν πνίγομαι από τις τύψεις και νοσταλγία της μαδερής της γούνας. Βάλε κι αυτό στη ζυγαριά. Την καθημερινή ηλεκτρική σκούπα.
Πιο σπαστικό από το σκύψιμο εξυπηρέτησης της Ίντι, είναι να βάζω ζώνες στα παιδιά. Βουτιά και συνήθως μερική κουτουλιά για να φτάσω στο κλείδωμα της ζώνης, με σχεδόν σπαγκάτο και χωμένο το κεφάλι στα μπούτια της Σμαράγδας για να φτάσω στη ζώνη της Στεφανίας, ένα δράμα. Στις διακοπές το αποφεύγω και αφήνω τον Πτι Κερ να το κάνει για εμένα.
Τέλος, τρώω περισσότερα φρούτα, σαν στην καθημερινότητα να μην έχω χρόνο για αυτό. Κι εκεί θα σταθούμε για λίγο.
Στο τελευταίο μας κατάλυμα με περίμενε μια πολύ ευχάριστη και ζουμερή έκπληξη. Μια πιατέλα με ένα βουνό από ώριμα σύκα. Μέχρι τώρα ήμουν από εκείνους που τρώω τα σύκα μόνο όταν μου τα έχουν καθαρίσει οι άλλοι. Είχα χρόνια να φάω σύκο, γιατί ακριβώς, μισώ να τα καθαρίζω. Η ιστορία μου με τα σύκα ξεκινά από όταν ήμουν παιδί κι είχαμε μια συκιά στον κήπο, που γεννοβολούσε γενναιόδωρα σε βαθμό, που δεν προλαβαίναμε να τα καταναλώσουμε. Η καλή μου η γιαγιά, η Κωστούλα, έφτιαχνε μαρμελάδα προκειμένου να αξιοποιήσει τους θησαυρούς της συκιάς. Από όταν σταμάτησε, η ανάμνηση αυτής της μαρμελάδας έγινε καλύτερη από όσο ήταν στην πραγματικότητα, και τα φρέσκα σύκα που έφαγα στη ζωή μου έκτοτε ήταν ελάχιστα.
Φέτος όμως κάτι άλλαξε μέσα μου. Ένιωσα ίσως ότι είμαι η ενήλικη που πρέπει να τα καθαρίσει για τα παιδιά. Καθώς όμως μπήκα στον κόπο, έτσι λαχταριστό και γυμνό που το κρατούσα στα χέρια, πολύ γρήγορα το χλαπάκιασα και τα παιδιά μου έμειναν απορημένα και μάλλον δυσαρεστημένα. Συνέχισα να καθαρίζω μέχρι που τα φάγαμε όλα.
Ο οικοδεσπότης την άλλη ημέρα έφερε άλλη μια πιατέλα και να μη σας τα πολυλέω, κάθε πρωί καθαρίζω με μανία τα σύκα για όλους μας κι εκτός ότι απέκτησα δεξιότητες που δεν ήξερα ότι έχω, ξαναβρήκα την ευτυχία αυτού του φρούτου.
Όλα βέβαια ξεκίνησαν λίγες ημέρες πριν, όταν βρέθηκα στη Βολισσό, στη Βόρεια Χίο, όπου μια ξεχασμένη από τον κόσμο συκιά, με προσκαλούσε να δοκιμάσω τους καρπούς της. Έκλεψα ένα σύκο και το έφαγα ώρες αργότερα, ανακαλύπτοντας πόσο νόστιμο ήταν. Και μετάνιωσα που δεν την μάδησα ολόκληρη, άλλωστε δεν φαινόταν να κλέβω πραγματικά από κάποιον. Οι συκές που συνάντησα σε πιο κοσμικές περιοχές του νησιού ήταν λεηλατημένες από μέρες. Το σύμπαν μου επέστρεψε τη χάρη φέρνοντας μου τη γεμάτη πιατέλα, από τα ευγενικά χέρια του κύριου Γιώργου.
Κάθε χρόνο περιμένω τις διακοπές, με περισσότερο ενθουσιασμό όταν έχουμε να εξερευνήσουμε νέα μέρη όπως φέτος, αλλά και για την επαναφορά των δικών μας οικογενειακών συνηθειών του καλοκαιριού. Όπως για παράδειγμα, το χάσιμο σε κακοτράχαλους επαρχιακούς δρόμους που συνοδεύεται συνήθως από το άσμα «Που-που-που, που πας αγάπη μου;». Σε αυτές τις φετινές διακοπές, χαθήκαμε αρκετές φορές ακολουθώντας το gps, μια ιστορία που πάντα προκαλεί γέλιο, άλλοτε ξεκαρδιστικό, άλλοτε νευρικό. Αλλά ακόμη πιο αστείο φέτος, ήταν το μπέρδεμα με το κλειδί του αυτοκινήτου.
Ήταν οι πρώτες καλοκαιρινές διακοπές με το νέο οικογενειακό αυτοκίνητο, που κλειδώνει και ξεκλειδώνει με ένα άγγιγμα ή απομακρυσμένα και που δεν χρειάζεται να βάλεις το κλειδί στη μίζα για να το οδηγήσεις, αρκεί να βρίσκεται σε μια κοντινή απόσταση, έστω και ξεχασμένο στην οροφή του οχήματος – παλιά ιστορία, όχι τωρινή, με ένα άλλο αμάξι κάποτε στη Σαντορίνη. Το κλειδί λοιπόν, ακριβώς λόγω προγενέστερης παρολίγο τραγωδίας, βρισκόταν καλά χωμένο στη μικρή θήκη της τσάντας μου και ξεχνούσαμε ότι υπάρχει.
Πολλές φορές όμως, ως συνοδηγός, χρειάστηκε να κατέβω εκτάκτως από το αυτοκίνητο και να τραπώ σε φυγή, όπως για παράδειγμα, στις αγριοφωνάρες των υπαλλήλων στο γκαράζ των πλοίων, «μόνο οι οδηγοί! Μόνο οι οδηγοί!». Έφευγα λοιπόν ολοταχώς και έπαιρνα το κλειδί μαζί ενώ ο Πτι Κερ έμενε στο τιμόνι έντρομος για το τι μέλει γενέσθαι. Το αυτοκίνητο υπάκουε στον οδηγό για λίγη ώρα, ακόμη κι αν είχα απομακρυνθεί αρκετά, αλλά δεν ήταν σίγουρο ότι δεν θα τον προδώσει ξαφνικά. Έτσι, στο λιμάνι της Πάτρας, πηγαίνοντας Κεφαλλονιά, κι ενώ περιμέναμε σε ατελείωτη ουρά, πήρα το ένα παιδί μαζί να πάμε να βρούμε θέσεις. Ο Πτι Κερ ακολουθούσε τα άλλα αμάξια κι εγώ, έχοντας την αναλαμπή πως πήρα το κλειδί μαζί μου, έτρεχα αλαφιασμένη προς τα πίσω, ανάμεσα στις νταλίκες και τα αυτοκίνητα να του το παραδώσω πριν γίνει κανένα κακό.
Άλλες φορές, ο Πτι Κερ έπρεπε να επιστρέψει στο αυτοκίνητο, π.χ. από την παραλία ή το εστιατόριο, για να φέρει κάτι που είχαμε ξεχάσει. Κι είναι κι αυτό μια από τις συνήθειές μας, να είμαστε αφηρημένοι, ξεχασιάρηδες και ολότελα γκαφατζήδες. Χρειαζόταν φυσικά το κλειδί για να ξεκλειδώσει και εγώ, για να μη χαθεί, τον έστελνα πάντοτε μαζί με ολόκληρη την τσάντα μου. Άλλες φορές, έκρυβα το κλειδί στο τσαντάκι που με τη σειρά του έμπαινε στην τσάντα της παραλίας. Και τότε ο Πτι Κερ έπρεπε να υποστεί τον εξευτελισμό, να κρατήσει το τσαντάκι κάτω από τη μασχάλη για να φτάσει στο αυτοκίνητο και να πάρει αυτό που θέλει. Διότι επέμενα πως ήταν απαράβατος νόμος, το κλειδί να παραμένει σε θήκη ή σε τσάντα, για να μη χαθεί. Γιατί άμα χαθεί χαθήκαμε. Αν βρωμίσει από άμμο, αν βραχεί, αν έρθει ένα ρακούν και το φάει… Κατάλαβες.
Κάπου προς το τέλος της Οδύσσειάς μας λοιπόν, σας γράφω και πάλι από μια βεράντα με θέα, ούτε το Αιγαίο, ούτε το Ιόνιο, αλλά μια πισίνα συμπαθητικών διαστάσεων, που αποτέλεσε εξαρχής τον βασικό προορισμό, ανεξαρτήτως από την τοποθεσία του Airbnb. Μετά από τόσες ευχάριστες κακουχίες στην Κεφαλλονιά, πάνω κάτω τα κακοτράχαλα βουνά για να φτάσουμε στις παραλίες, το οδυνηρό περπάτημα της γυμνής πατούσας στα μαύρα βόλια της Χίου, το σκαρφάλωμα στις συκιές και στα τοιχάκια για μια φωτογραφία του εξοχικού στον Κάμπο και την ριψοκίνδυνη εξερεύνηση του γκρεμισμένου Ζερβουδέικου Αρχοντικού, μας άξιζε λίγη δόξα του dolce far niente, δηλαδή τη γλύκα του να μην κάνεις τίποτα. Με γεύση σύκου, τόσο ώριμου και γλυκού, όσο η μαρμελάδα του ίδιου του φρούτου.
Πίστεψα ότι θα λιώσει το δέρμα μας όπως ένα βρεγμένο χαρτί και περισσότερο για τα παιδιά, που την πρώτη ημέρα πρέπει να έβγαλαν λέπια. Πέσαμε σε ημέρες ζεστές, χωρίς αέρα και σε πισίνα που μπορούσαμε να απολαύσουμε μια βουτιά πριν καν την πρώτη γουλιά καφέ της ημέρας έως και το νυχτερινό μπάνιο κάτω από τον έναστρο ουρανό…
Συνειδητοποίησα για ακόμη μια φορά ότι είμαι αυτό που λένε type B. Γκαούτσαλη, πως το λένε. Το μαλλί μου κοντεύει να γίνει ράστα, το πεντικιούρ της Μαρίας έχει γίνει ξεφτίλα και ούτε θυμάμαι από πότε έχω να βαφτώ. Αμ τι; Πίστευες ότι σαν grande dame αράζω στην πισίνα με ένα ποτάκι και έχω ασορτί μαγιό και πετσέτα; Ότι ποζάρω ρουφώντας την κοιλιά μου για το επόμενο post στο Instagram; Ή μήπως ότι κάνω ηλιοθεραπεία με λάδια; Όχι βέβαια.
Αρχικά δεν έχω κάνει ποτέ ηλιοθεραπεία γιατί μαυρίζω παρά τη θέλησή μου σε βαθμό που προδίδεται η πραγματική μου φυλή. Με πενηντάρι αντηλιακό τη βγάζω διαβάζοντας μανιακά το βιβλίο μου. Αλλά όταν δεν διάβαζα, έκανα ακροβατικά, κωλοτούμπες, κατακόρυφο, χάζευα τον πάτο της πισίνας με τη μάσκα, έκανα διόλου θηλυκές βουτιές la bomba style γιατί μόνο αυτή ξέρω, και γενικότερα, μάθαινα στα παιδιά μου πως να είναι παιδιά. Αναρωτιέμαι βέβαια καμιά φορά, αν ο Πτι Κερ έχει παρατηρήσει κάτι το παράξενο στη γυναίκα του, ή του φαίνομαι φυσιολογική.
Τελευταίες ημέρες ετούτης της Οδύσσειας και δεν σας κρύβω πως, ενώ δεν θα ξεπεράσω ποτέ τη Χίο μάλλον, μου έλειψε το σπίτι μου.






Σχόλια