Η Οδύσσεια της Αλεξίας 2026 part 5
- Alexia Zervoudi
- πριν από 2 ημέρες
- διαβάστηκε 6 λεπτά

Ο μπαμπάς μου οδηγούσε σαν μανιακός, θα χάναμε το πλοίο. Η Νατάσα, αισιόδοξη πάντα, φορώντας γαλάζια σκιά που τόνιζαν κι άλλο τα γαλαζοπράσινα μάτια της, επέμενε ότι θα προλάβουμε. Τελικά, το τζιπ όρμησε τη στιγμή που η μπουκαπόρτα είχε κιόλας απομακρυνθεί από την προβλήτα λίγα χιλιοστά. Αφού γίναμε θέαμα, ανεβήκαμε στο πλοίο, βρήκαμε την καμπίνα μας και κινήσαμε για το εστιατόριο του πλοίου. Έφαγα μπιφτέκια με πατάτες τηγανητές η αθεόφοβη και πέρασα όλη τη νύχτα στην τουαλέτα της καμπίνας, δεν χρειάζεται να πω λεπτομέρειες, κατάλαβες τι κακό με βρήκε με εκείνο το μπιφτέκι. Το πλοίο μας ήταν το «Σαπφώ», ένα σαπιοκάραβο που έκανε είκοσι έξι χρόνια αν θυμάμαι σωστά να φτάσει στη Χίο. Εμείς πάντως όταν ξεκινήσαμε, ήταν Αύγουστος του 2000.
Ξημερώματα φτάνουμε στο λιμάνι της Χίου κι εγώ είμαι πάρα πολύ άρρωστη για το υπόλοιπο της ημέρας, αλλά και άυπνη. Περιμένοντας στο γκαράζ για την αποβίβαση, μπροστά μας βλέπουμε μια νταλίκα με κλειστή κουκούλα, μέσα της υπήρχαν κοτόπουλα. Ένα κοτοπουλάκι, μικρό, κίτρινο, ολοστρόγγυλο, είχε δραπετεύσει και έτρεχε προς τη σωτηρία του, που έλαχε να είναι τα πόδια μας. Το άρπαξα και το έκρυψα κάτω από τη μασχάλη μου. Το ονομάσαμε Σαπφώ και το πήραμε μαζί μας!
Ήταν πολύ δύσκολο να αναθρέψω μια κότα, το ήξερα ότι δεν θα τα καταφέρω. Το κράτησα ένα ακόμη βράδυ, χαϊδεύοντάς το, ταΐζοντάς το, κοιμίζοντάς το κάτω από μια λάμπα. Την επόμενη ημέρα αναζητήσαμε ένα κοτέτσι και το αφήσαμε εκεί, ελπίζοντας ότι οι άλλες κότες θα το υιοθετήσουν. Η τύχη του μας είναι άγνωστη, αλλά έτσι έγιναν τα πράγματα.
Τις επόμενες ημέρες ζούσαμε τη δική μας περιπέτεια, πάνω κάτω όσα ζω τώρα με τον Πτι Κερ και τις κόρες μας. Πήγαμε στα Μεστά, να βγάλουμε φωτογραφία μπροστά από την επιγραφή της Οδού Ζερβούδη, κάναμε μπάνιο στα Μαύρα Βόλια και αναζητήσαμε το εξοχικό της γιαγιάς του πατέρα μου, γνωστής και ως Γιαγιά Σμαρώ, στον Κάμπο. Ένας μακρινός συγγενής που ούτε θυμάται ο μπαμπάς πως τον λένε και που τον βρήκαμε, είχε τα κλειδιά της θερινής οικίας. Ένα διώροφο αρχοντικό, χτισμένο το 1900, σε έναν τόπο γεμάτο ιστορία, αρχοντιά και φυσική ομορφιά. Μπροστά από το αρχοντικό μια στέρνα, που η προ γιαγιά μου με τις ξαδέλφες της το μετέτρεπαν σε πισίνα. Πιο πέρα, οι πορτοκαλιές και οι μανταρινιές, εκτείνονταν σε μια απέραντη έκταση.

Ήθελα να ξαναβρώ αυτό το σπίτι οπωσδήποτε, να το δείξω στη μικρή μου κόρη, τη Σμαράγδα, και στη μεγάλη, τη Στεφανία και οπωσδήποτε στον Πτι Κερ. Μάλιστα, την πρώτη φορά που διασχίσαμε τυχαία τον Κάμπο, τη νύχτα της άφιξής μας, σε κάποια στροφή είπα, «εδώ είναι! Το αισθάνομαι!». Γελάστε και πείτε με τρελή, αλλά έτσι κάπως βρήκα κάποτε και το πατρικό σπίτι του παππού μου του Λευτέρη στο Κάτω Παλαιόκαστρο.
Τέλος πάντων, αφού κάναμε όλα τα τουριστικά ατραξιόν τις πρώτες ημέρες, ήρθε η στιγμή να αναζητήσουμε το σπίτι. Ρωτάω τους γονείς μου, ο καθένας έλεγε ό,τι θυμόταν για την τοποθεσία του σπιτιού, αλλά τίποτα συγκεκριμένο. Ρωτάω τον θείο μου τον Τέλη, ούτε εκείνος θυμόταν. «Από τον κεντρικό, στρίβεις δεξιά και το βλέπεις», έλεγε ο ένας. «Στις παρυφές αριστερά», έλεγε ο άλλος. "Τι εννοούν παρυφές", ρωτούσε ο Πτι Κερ με ανοιγμένους δύο χάρτες μπροστά του και σπαζοκεφαλιάζοντας να λύσει το γρίφο.
Αφού κάνουμε μια γύρα με το αυτοκίνητο, διαπιστώνουμε πως όλα τα σπίτια μοιάζουν τόσο πολύ, που ήταν αδύνατο να θυμηθώ ποιο ήταν το σπίτι της προ γιαγιάς μου. Η Νατάσα όμως (η μητέρα του αδελφού μου), είχε φωτογραφίες από το μακρινό μας ταξίδι του 2000 και ο Πτι Κερ ήταν αποφασισμένος να το βρούμε, βασιζόμενος σε αυτές τις θολές φωτογραφίες.
«Εδώ είναι! Το βρήκα!», φώναξα ξανά και κατέβηκα από το αμάξι. Το ένιωθα τόσο έντονα μέσα μου, αλλά κανένα από τα σπίτια σε εκείνο το δρόμο δεν ήταν το σπίτι της γιαγιάς Σμαρώ. Ο Πτι Κερ βιάστηκε να γελάσει μαζί μου και έτσι καταλήξαμε στο citrus museum στον Κάμπο, να φάμε κάτι πριν λιποθυμήσουμε από τη ζέστη. Η σερβιτόρα μας άκουσε να μιλάμε ανήσυχα και ρώτησε αν μπορεί να μας βοηθήσει. Ήταν νέα. Πιο νέα από εμένα. Πως θα μπορούσε να ήξερε ποιο είναι το σπίτι των προγόνων μου; Της έδειξα τη φωτογραφία. «Εδώ είναι τα θυμιανά, αποκλείεται να είναι εδώ. Προς το αεροδρόμιο δείτε…» και μας έδειξε μια περιοχή. Δεν ήταν μακριά από την πραγματικότητα, αλλά μάλλον τυχαία η μαντεψιά της.
Ο ερευνητής Πτι Κερ όμως, με τα μέσα που διαθέτουμε πια χάρη στην τεχνολογία, βρήκε μια αγγελία από μεσιτικό γραφείο. Το σπίτι ήταν προς πώληση, αλλά η αγγελία δεν έδειχνε την ακριβή τοποθεσία, οπότε ήμασταν και πάλι στο μηδέν. Άτιμε μεσίτη, πονηρέ!
Τέσσερις ώρες μετά έχουμε οργώσει όλον τον κάμπο και πλέον είμαι σίγουρη ότι δεν θα το βρω ποτέ. Έχω πάρει εγώ το τιμόνι γιατί για όλα μου φταίει η οδήγηση του Πτι Κερ. Και αφού έχω πάρει απόφαση ότι ήρθε η ώρα να σταματήσουμε την αναζήτηση, περνάω ένα στενό δίπλα από εκεί που είχα φωνάξει, «το βρήκα αυτό είναι!». Ο δρόμος είχε μονοδρομηθεί και γι’ αυτό μας είχε ξεφύγει στην αρχική μας αναζήτηση, βάσει των οδηγιών που μας έδωσε η μαμά μου. «Έχουν περάσει 40 χρόνια, που να θυμάμαι…». Κι όμως, εκείνη σωστά μας τα είπε. Αλλά είναι που όλοι οι δρόμοι έχουν αλλάξει όνομα και έχουν μονοδρομηθεί κι άντε να βγάλεις άκρη. Πριν προλάβω να φωνάξω πάλι ότι το βρήκα, γιατί κινδύνευα να γίνω γραφική, ο Πτι Κερ είπε με σιγουριά, «αυτό είναι! Να’ το! Το βρήκαμε! Α, στο καλό!».
Και ήταν πράγματι αυτό. Μπορούσαμε να το δούμε μόνο εξωτερικά. Η πόρτα κλειδωμένη με λουκέτο, το οικόσημο που δέσποζε πάνω από την πόρτα είχε κλαπεί. Οι τοίχοι ψηλοί, σα να φρουρούν απόρθητο κάστρο. Βγάζουμε λοιπόν φωτογραφίες στην είσοδο και ενώ είμαι έτοιμη να φύγω, ο Πτι Κερ καλοσυνάτα με ρωτάει, «θέλεις να σκαρφαλώσω να σου βγάλω φωτογραφία μέσα;». Κούνησα το κεφάλι μου ελπίζοντας ότι δεν θα σπάσει κανένα πόδι. Πηδάει στον σκουπιδοτενεκέ, σκαρφαλώνει στον τοίχο και όπως μπορεί στερεώνεται εκεί πάνω. «Θα μας μαζέψουν! Θα μας πάνε μέσα!», γελούσαμε και οι μικρές άρχισαν να φωνάζουν, «ο μπαμπάς μοιάζει με κλέφτης!», «Σσσσσς!», να προσπαθώ να κόψω το γέλιο τους. Και τώρα, πως θα κατέβαινε; «Πιάσου από το κλαδί της συκιάς! Κλεφτοσυκάαααα!», με έπιασε κι εμένα ένα γέλιο άλλο πράμα.
Κι αφού είχαμε ικανοποιήσει όλες μας τις επιθυμίες και καταλήξαμε ότι δεν θα το αγοράσουμε – χαχαχαχαχαχα- άρα μπορουσαμε να φύγουμε πια, κινήσαμε να βρούμε το άλλο αρχοντικό. Το Αρχοντικό Ζερβούδη, στην περιοχή Χριστός, στον Κάμπο. "Στο έλεγα ότι είσαι από μεγάλο σόι και δεν με πίστευες!", καυχήθηκε η μαμά μου.

Για το Ζερβούδέικο δεν είχα ιδέα. Δεν είχα ακούσει ποτέ τίποτα, αφού μάλλον, ούτε και ο πατέρας μου γνώριζε για την ύπαρξή του το 2000 που ήμασταν μαζί στο νησί.
Αυτό ήταν πραγματικό παλάτι. Ερειπωμένο φυσικά. Αλλά εύκολο να το βρεις, καθότι αποτελεί ιστορικό αξιοθέατο, υπάρχει τους χάρτες του μουσείου ως διατηρητέο όπως και τα άλλα μεγάλα αρχοντικά του Κάμπου κλπ.
Η πρόσβαση ήταν εύκολη, γιατί είχε καταπατηθεί τόσες πολλές φορές. Μπήκαμε στο οικόπεδο εύκολα, μάλιστα κάποιοι είχαν καλλιεργήσει κάτι στον κήπο, άγνωστοι ποιοι, σίγουρα όχι οι ιδιοκτήτες. Ένα μπερδεμένο στα χαρτιά ακίνητο, τόσο μα τόσο κρίμα, όπως και τόσα άλλα...
Ήταν τόσο επιβλητικό και όμορφο, αδύνατο να χωνέψεις πως αφέθηκε στα σκληρά χέρια του χρόνου να το ρημάξει.
Τα ξύλινα πατώματα είχαν σαπίσει, τα τζάμια είχαν σπάσει, τα κολονάκια της μεγάλης μαρμάρινης σκάλας είχαν πέσει με μια τόσο ρομαντική ημιτελή καταστροφή. Στο πλάι μια σαπισμένη ξύλινη σκάλα, μάλλον βοηθητική, θα οδηγούσε στην κουζίνα για να περνούν από εκεί διακριτικά το "προσωπικό" των Ζερβούδηδων. Δεν ξέρω τίποτα, μόνο υποθέτω. Σίγουρα υπήρχε προσωπικό, απόκλείεται η προ προ γιαγιά μου και η προ προ προ γιαγιά μου να καθάριζαν ας πούμε μόνες τους ένα παλάτι, σωστά;
Κάπου σε έναν τοίχο, σημείωναν την ανάπτυξη των παιδιών, μετρούσαν το ύψος του προ πάππου μου του Αριστοτέλη. Μια λεπτομέρεια που δεν κατάφερα να εντοπίσω, αλλά μου αφηγούταν ο θείος μου ο Τέλης, ο εγγονός του προ πάππου μου, στο τηλέφωνο κατά την επιστροφή μου από αυτή την εξερεύνηση.
Όμως το γνώρισα. Το εξερεύνησα όσο μπορούσα. Ανέβηκα στον επάνω όροφο και προχώρησα για όσο θεώρησα ότι είναι ασφαλές το δάπεδο, να μη βρεθώ φαρδιά πλατιά στον κάτω όροφο. Δεν θα ήταν μικρή η πτώση. Μιλάμε για έναν όροφο με ύψος τέσσερα μέτρα. Έβγαλα πολλές φωτογραφίες και για ώρες μετά τις χάζευα και ονειροπολούσα, πως μπορεί να ήταν, πόσοι έμεναν εκεί, πως είναι να έχεις για σπίτι ένα παλάτι. Από αυτό το σπίτι, το πατρικό του, ο προ πάππος μου ο Αριστοτέλης, έφυγε πολύ νεαρός για την Αίγυπτο.

Ωστόσο, το μικρότερο αρχοντικό της γιαγιάς Σμαρώ, που σε σχέση με το Ζερβουδέικο μοιάζει σχεδόν μίζερο, ήταν η σοβαρότερη ανακάλυψη. Αφενός, λόγο του επιπέδου δυσκολίας να το εντοπίσουμε… Αφετέρου, επειδή ήξερα πάντα την ύπαρξή του, το είχα επισκεφθεί ξανά είκοσι έξι χρόνια πριν, και κυρίως επειδή είχα ήδη φτιάξει εικόνες, με την προ γιαγιά μου να παίζει ανάμεσα στις μανταρινιές ως παιδί και να πλατσουρίζει στη στέρνα με τις ξαδέλφες της. Παιδί ανέμελο, της εποχής της, χωρίς να μπορεί σε καμία ζωή να φανταστεί πως έναν αιώνα μετά, θα έρθει η δισέγγονή της, η Αλεξία, με την τρισέγγονή της, Σμαράγδα Junior, να φωτογραφηθούν στο κατώφλι αυτής της πόρτας. Και για ακόμη μια φορά, θα μου δινόταν η ευκαιρία να τους μιλήσω για την προ γιαγιά μου, που γνώρισα λίγο, αλλά θυμάμαι πάντα.
Η Οδύσσειά μας είναι υπέροχη ως τώρα και φυσικά, συνεχίζεται...






Σχόλια