Η Οδύσσεια της Αλεξίας 2026 part4
- Alexia Zervoudi
- 14 Αυγ
- διαβάστηκε 4 λεπτά
Έγινε ενημέρωση: 21 Αυγ
Η οδός Ζερβούδη στα Μεστά

Η αλήθεια είναι πως όταν πριν κάποια χρόνια βρέθηκα στο Κάτω Παλαιόκαστρο, στο Καστέλι Χανίων, αναζητώντας το πατρικό του αγαπημένου μου παππού, ένιωσα μεγάλη συγκίνηση. Ο παππούς ήταν ακόμη εν ζωή και φρόντισα να βγάλω βίντεο και φωτογραφίες από το ερειπωμένο σπίτι. Αν και στην αρχή της πρώτης μου εγκυμοσύνης, δεν συγκρατήθηκα. Μπήκα μέσα στο σπίτι να το εξερευνήσω. Επέστρεψα ξανά και ξανά κι έκτοτε, κάθε δύο χρόνια προσπαθώ να πηγαίνω στο Καστέλι. Όχι για τα ερείπια, αλλά για τη ζεστή αγκαλιά των συγγενών μου, από την πλευρά του παππού. Έστω και σε μεγάλη ηλικία, γνώρισα τη θεία μου την Ελευθερία και την ξαδέλφη μου την Αθηνά, που όποτε τις συναντώ αισθάνομαι ότι ένα μέρος μου, ανήκει κάπου ανάμεσά τους.
Σε αντίθεση με τους κρητικούς δεσμούς μου, με τη Χίο δεν ένιωθα πολλά πράγματα. Αφενός, διότι οι άμεσοι συγγενείς μου με καταγωγή από τη Χίο, δεν έζησαν και πολύ στη Χίο ή και καθόλου. Για την ακρίβεια, η μόνη συγγενής που είχα την τύχη να γνωρίσω, ήταν η προ γιαγιά μου, Σμαράγδα, της οποίας το όνομα έδωσα στη μικρή μου κόρη. Επειδή μου άρεσε το όνομα κυρίως, αλλά και γιατί ήταν η αγαπημένη του μπαμπά μου (για τη Σμαράγδα σας έχω μιλήσει ΕΔΩ). Ο προπάππος μου, ο Αριστοτέλης Ζερβούδης έφυγε από τη ζωή πολλά χρόνια πριν γεννηθεί ο εγγονός του, ο πατέρας μου. Οπότε, ούτε κι εκείνος τον γνώρισε. Και να μη σας τα πολυλογώ με το συγγενολόι μου, η Χίος δεν ήταν παρά ένας μακρινός τόπος καταγωγής και μια σύντομη εκδρομή που έκανα το μακρινό 2000!

Παρ’ όλ’ αυτά, λατρεύω τη Μαστίχα Χίου από μικρό παιδί. Και ως ενήλικη, διασκεδάζω πολύ με το «Ναυτάκι Συριανό», νιώθοντας πως είναι πολύ τιμητικός ο στίχος «και καπετάνιο Χιώτη». Δηλαδή, σίγουρα είναι καλύτερο από το "λοστρόμο Πειραιώτη", κι αυτό είναι ένα μόνο από τα δεκάδες πειράγματα υπεροχής των Ζερβούδηδων έναντι των Πτι Κερόγλου, διότι ο Πτι Κερ είναι Πειραιώτης! Αλλά τον αγαπώ ούτως ή άλλως.
Η περιπέτειά μας λοιπόν ξεκίνησε από το Πυργί. Αυτό το γραφικό χωριουδάκι με τα παράξενα σκαφτά σχέδια στα σπίτια και τις κρεμασμένες τομάτες πάνω στα ασπρόμαυρα μοτίβα, έτσι για την τσαχπινιά. Με το που φτάσαμε, είδαμε ένα μαρμάρινο μνημείο, που μεταξύ άλλων τιμούσε τον Ηλία Ζερβούδη, που πολέμησε στο Αλβανικό Μέτωπο το 1911. Λίγο πιο κάτω, συναντήσαμε το Παντοπωλείο του Μιχάλη Ζερβούδη. Ωστόσο, είναι πολύ μακρινοί συγγενείς, ή και καθόλου. Αλλά είχε πλάκα, αν σκεφτείς ότι όλη μου τη ζωή, το επίθετό μου έχει περάσει γενεές δεκατέσσερις, άλλοτε Ζερβούλη, άλλοτε Ζερβουδάκη, Ζερβούντη, Ζεβρούδη κ.λπ., ενώ εδώ στα μαστιχοχώρια, είναι σα να λέμε Παπαδόπουλος.
Την επόμενη ημέρα αποφασίζουμε να πάμε στο Μουσείο Μαστίχας, που είναι εξαιρετικό by the way. Η κυρία στην είσοδο ήταν πολύ φιλική, μάλιστα έκοψε μηδενικό εισιτήριο τόσο στα παιδιά, όσο και στον Stitch που συνόδευε τη Στεφανία. «Μην πιάσετε τη μαστίχα γιατί κολλάει και δεν φεύγει», μας προειδοποίησε. Κι εμείς τι κάναμε; Τη φάγαμε. Κατευθείαν από το δέντρο. Το στόμα μας μύριζε υπέροχα για ώρες και λογικά, όταν θα βρουν τα κουφάρια μας, μετά από δύο αιώνες, θα έχουν μείνει μόνο τα δόντια κι λίγη μαστίχα ανάμεσά τους.
Το λικέρ το έχουμε ξετινάξει, τις πίτες μαστίχας δεν στο συζητώ και τέλος πάντων, ήταν και η γενέθλια ημέρα του Πτι Κερ, οπότε καταλαβαίνεις, το ρίξαμε έξω. Η Ραλούκα, κατά κόσμον Ραχήλ, πρώην δασκάλα της Στεφανίας, Χιώτισα και εν γένει, αγαπημένο μου πλάσμα, μας έδωσε μερικές ιδέες που να πάμε και που να φάμε. Κινήσαμε λοιπόν για τη Χώρα, να βρούμε το εστιατόριο από το οποίο, προφανώς και θα τρώγαμε άκυρο αντί για φαγητό. Διότι ήθελε κράτηση. Αλλά δεν στέκομαι σε αυτό καθόλου, διότι φάγαμε εξαιρετικά κάπου αλλού. Πριν από αυτό όμως, σταθήκαμε σε ένα ζαχαροπλαστείο να προμηθευτούμε την τούρτα του Πτι Κερ.
Ήταν τούρτα με Oreo και υπερτονίζω ΗΤΑΝ. Γιατί δεν ήταν για πολύ. «Θέλω κανονική τούρτα, όχι σεμι-φρέντο», τόνισα και η ζαχαροπώλησα με κοίταζε απαθής στην αρχή, οριακά εκνευρισμένη αργότερα. «Μπαρδόν;», ρώτησε τη δεύτερη φορά και κατάλαβα ότι δεν τα μιλάει τα κυριλάτα. Αφού επέμενα με διαβεβαίωσε ότι η τούρτα ήταν «κανονική» και όχι αυτό το σαμιαμιδοφρένο που της λέω.
Φτάνουμε στη Χώρα και ζαλισμένοι όπως είμαστε, χωνόμαστε σε ένα parking. Ανοίγει η μπάρα, μπουκάρουμε μέσα, αδύνατο να καταλάβουμε που πληρώνουμε και πως. «Θα το σκεφτούμε αργότερα», αποφασίζουμε κι αρχίζουμε τη βόλτα μας, μαζί με την τούρτα…
Πάμε κι ερχόμαστε με την τούρτα μέσα κι έξω από τα τείχη, προηγουμένως πήγαμε και στους Μύλους στα Ταμπάκικα - η τούρτα συνοδοιπόρος μας στην περιπέτεια. Τελικά καταλήγουμε εντελώς αλλού, σε ένα μεζεδοπωλείο. Με την τούρτα μας.
Επειδή όμως ο Πτι Κερ δεν γουστάρει να γιορτάζει δημόσια – να σας θυμίσω ότι μου έκανε πρόταση γάμου στα σκοτάδια του κήπου μας την ημέρα που πηγαίναμε σε εστιατόριο και περίμενα ότι θα το κάνει εκεί – αποφασίζει ότι δεν θέλει να σβήσει τα κεράκια στο «Τσιπουράκι». Λογικό γιατί ναι μεν είχε ωραίους μεζέδες, αλλά και ο Πτι Κερ να μην είσαι, δε θα το επέλεγες για χάπι μπέρντεη του γιού.
Και τώρα πως ανοίγει η μπάρα; Προβληματισμένοι, πάντα μαζί με την τούρτα, σαν άνθρωποι των σπηλαίων στεκόμασταν μπροστά στο μηχάνημα κι αρχίσαμε να του πετάμε κέρματα όπως τα γαρίφαλα στα μπουζούκια. Ως δια μαγείας, η μπάρα άνοιξε. Η τούρτα επέστρεψε μαζί μας, μετά από άλλα σαράντα λεπτά οδήγησης πίσω στην Κώμη, και τότε και μόνο τότε, μπήκε στο ψυγείο.
«Άνοιξέ τη να τη δω!», μου λέει.
Εγώ, σαν ζώον που είμαι, «όοοοχι, είναι έκπληξη! Θα τη σβήσουμε αύριο!» (αφού οι μικρές είχαν σβήσει κοντά μεσάνυχτα πια, τα γενέθλια είχαν περάσει, μα πρωτίστως η ώρα του ύπνου).
«Άνοιξέ τη να δούμε αν υπάρχει ακόμη!», μου εξήγησε.
Ανοίγω το κουτί και τη βλέπω πίτα φλάτ με τρία oreo να βυθίζονται αβοήθητα μέσα στην κρέμα όπως ο Τζακ στον Τιτανικό.
"Πάλι καλά που δεν τους ζητήσαμε να μας την ανάψουν στην ταβέρνα... Θα την άνοιγαν και θα την έβλεπαν... ΜΠΛΙΑ", στραβώνει το στόμα και ανοίγει τα χέρια σαν μαραμένος λωτός.
Την έβαλα στην κατάψυξη και το πρωί προσπαθούσα με την κουτάλα της δώσω ένα σχήμα. Τέλος πάντων, τη σβήσαμε και ξεκινήσαμε για την αναζήτηση της οικείας των προγόνων μου. Ή μάλλον, όχι της οικείας… Αλλά του δρόμου που φέρει το όνομα Ζερβούδη, στα Μεστά. Εκεί τραβήχτηκε και φωτογραφία.
Η Οδύσσεια συνεχίζεται…






Σχόλια