Η Οδύσσεια της Αλεξίας 2026 part6
- Alexia Zervoudi
- πριν από 2 ημέρες
- διαβάστηκε 4 λεπτά

Ακόμη μια ημέρα στο νησί της Χίου με δυνατούς αέρηδες. Κινήσαμε να πάμε σε μια παραλία κοντά στο χωριό Ολύμποι, που θεωρητικά είναι απάνεμη και άρα ασφαλής. Φτάνοντας στην παραλία Σαλαγώνα, μας περιμένουν δύο ευχάριστες εκπλήξεις. Μια καντίνα, από όπου προμηθευτήκαμε τον πρώτο καφέ της ημέρας, και μια λιμνούλα, όπου μια παρέα μικρών παιδιών ψάρευαν γαρίδες με τις απόχες τους. Καθένας μας ενθουσιάστηκε για τους δικούς του λόγους.
Είχα ξυπνήσει με πονοκέφαλο, σαν από ξενύχτι και πιώμα, οπότε ο διπλός καπουτσίνο, ζεστός σαν χάδι, ήταν σκέτη ανακούφιση, μετά το ντεπόν. Είχα μέρες να πιώ κανονικό καφέ, γιατί από τους πολλούς καφέδες της Κεφαλλονιάς το μάτι μου πετούσε ανεξέλεγκτα. Έλεγα δεν μπορεί, κάποιον θα δω, κάποιον θα δω, αλλά δεν είδα κανέναν τελικά.
Ο καφές ήταν καλός και οι μικρές ξεχύθηκαν στη λίμνη με τα κουβαδάκια τους, προσπαθώντας να πιάσουν κι αυτές κάποια γαρίδα. Η μικρή έχασε γρήγορα το ενδιαφέρον της, ενώ η μεγάλη, επίμονη όπως πάντα, δεν το έβαζε κάτω.
Ο πονοκέφαλος υποχώρησε αμέσως μετά το μακροβούτι στα παγωμένα νερά της Χίου και πάλι καλά, γιατί ο αέρας έριξε κάτω το ποτήρι του καφέ μου, ίσα που είχα προλάβει να πιώ τέσσερις γουλιές. Δεν είχα όρεξη να διαβάσω το βιβλίο μου, κι αποφασίζω να βοηθήσω τη Στεφανία να πιάσει επιτέλους μια γαρίδα.
Η λίμνη ψιλοσιχαμένη, μπαίνω με τις σαγιονάρες να μην πατήσω τις γλιτσερές πέτρες. Οι γαρίδες τσιμπούσαν τα πόδια μου σαν αλλοτινό fish spa. Θυμάμαι ότι πριν δύο χρόνια διάβασα ένα εκπληκτικό βιβλίο, το «Εκεί που τραγουδούν οι καραβίδες». Το «εκεί» ήταν ένας βάλτος σαν αυτόν όπως φαντασιωνόμουν, αλλά στο βιβλίο δεν έμοιαζε τόσο σιχαμερός. Τι καραβίδες, τι γαρίδες, δε βαριέσαι.
«Έλα από αυτή τη μεριά», διορθώνω τη θέση της Στεφανίας, να μη ρίχνουμε τη σκιά μας εκεί που ψαρεύουμε.
Ένιωθα το έδαφος σαθρό, αλλά δεν έδωσα σημασία. Έσκυψα και με μεγάλη μαεστρία, με τον κουβά στο ένα χέρι και με το άλλο να στέκεται απειλητικά πίσω από τη γαρίδα. Με το χέρι το βυθισμένη στον βάλτο, σε μια ανεπαίσθητη κίνηση θα της προκαλούσα τάσεις φυγής κι εκείνη θα μπούκαρε κατευθείαν στο κουβαδάκι. Μάλιστα ήμουν αρκετά βλάσφημη και τόλμησα να σκεφτώ πως η γαρίδα αυτή είναι χαζή! Στη δεύτερη προσπάθεια έπιασα μια γαρίδα μέσα στο κουβαδάκι και τρέξαμε πίσω, να τη δείξουμε στη Σμαράγδα και τον Πτι Κερ. Παρατηρούσαμε για ώρα τη γαρίδα μας, μέχρι που, δεν ξέρω πως μου ήρθε, σκέφτηκα ότι ήταν καλή ιδέα να πιάσουμε και μια δεύτερη για να έχει παρεούλα. Πιάνω το άδειο πλέον χάρτινο ποτηράκι του χυμένου μου καφέ και πάμε πάλι στη λιμνούλα να ψαρέψουμε το θήραμά μας.
Ξαναμπαίνω όπως πριν με τις σαγιονάρες, από άλλο σημείο αυτή τη φορά. Κάνω ένα βήμα πίσω και νιώθω το πόδι μου να βυθίζεται στον βάλτο και μαύρη μποχίτο άμμος να αναδύεται θολώνοντας τα νερά. Κάνω να βγάλω το πόδι και βυθίζεται ακόμη περισσότερο, περνάει από το μυαλό μου ότι δεν θα καταφέρω να βγω εγκαίρως και πανικόβλητη, έχοντας πλέον πέσει στα τέσσερα προσπαθώντας να απεγκλωβιστώ, σπρώχνω το παιδί προς τα έξω! «Μην πλησιάζεις! Μας καταπίνει! Τρέχαααααααα!» δίνω εντολή για οπισθοχώρηση παλεύοντας για τη ζωή μου. Βγάζοντας το πόδι από τον βάλτο, προλαβαίνει να καταπιεί τη σαγιονάρα μου και είναι ανθρωπίνως αδύνατο να τη σώσω.
«Πτι Κερ! Τρέχα! Βοήθεια! Μου έφαγε τη Χαβαγιάνας μου!», δεν ήξερα αν πρέπει να γελάσω ή να κλάψω.
Ο Πτι Κερ με τον αργό βηματισμό του έφτασε κοντά μου ατάραχος, μην έχοντας καταλάβει καθόλου την αγωνία μου και τον κίνδυνο να μείνει χήρος. Κοίταξε τα νερά και σιχάθηκε. Μου πρότεινε να εγκαταλείψω κάθε προσπάθεια ανεύρεσης της χαμένης σαγιονάρας. Εγώ όμως δεν άντεχα την ήττα! Βρήκα ένα χειρουργικό γάντι – έχω πάντα ένα στο αυτοκίνητο, αλλά δεν ξέρω γιατί, ουδέποτε είχα φανταστεί σε τι μπορεί να χρησιμεύσει! – και χώνω ξανά το χέρι μου στον πάτο του βάλτου. Βέβαια, προηγουμένως είχα βυθιστεί μέχρι το γόνατο, και δεν ήμουν διατεθειμένη να βάλω το χέρι μου μέχρι το μπράτσο. Η έντονη ακαθόριστη μυρωδιά βρωμίλας κόλλησε στη μύτη μου και εγκατέλειψα. Ηττήθηκα.
Όμως όταν βγάζω πρόγραμμα, στην καθημερινή ζωή και στις διακοπές, δεν υπάρχει τίποτα που θα με εμποδίσει να το ολοκληρώσω κι έτσι, συνέχισα τη μέρα μου απτόητη. Θα επισκεπτόμασταν το χωριό «Ολύμπους» όπου θα κάναμε στάση για φαγητό. Βρήκα μια κάλτσα του Πτι Κερ στο πορτ μπαγκάζ. «Αυτό είναι!», αναφώνησα ενθουσιασμένη και διέσχισα όλο το χωριό με τη μια σαγιονάρα στο ένα πόδι και στο άλλο την κάλτσα του Πτι Κερ διπλωμένη δυό φορές. Ο ίδιος βέβαια ήταν συγχυσμένος γιατί έτρεμε για τη μοίρα αυτής της κάλτσας κι ήταν πρόθυμος να μου δώσει τα παπούτσια του. «Άμα ήταν, θα έβαζα τα βατραχοπέδιλα!».
Αργότερα γυρίσαμε στο σπίτι να ξεκουραστούμε, γιατί το βράδυ θα κάναμε Μεστά by night. Ήταν ευκαιρία να αγοράσω νέες παντόφλες για τη θάλασσα και τρόμαζα στην ιδέα ότι θα βρω μονάχα crocs. Αυτό που κορόιδευα θα το λουζόμουν, αλλά τι να έκανα; Να έμενα με την κάλτσα και τη μια σαγιονάρα για το υπόλοιπο των διακοπών;
Στο δεύτερο μαγαζί βρήκα μια πλουμιστή παντόφλα, που αν δεν ήταν τόσο μεγάλη ανάγκη δεν θα αγόραζα ποτέ. Καθίσαμε για γλυκό στην πλατεία και φύγαμε μια ώρα μετά, έχοντας χάσει τελείως τον προσανατολισμό μας. Πηγαίναμε κι ερχόμασταν μέσα κι έξω από τα τείχη της πόλης και τσακωνόμασταν για το που έχουμε παρκάρει το αυτοκίνητο. Κοιτάζαμε τον χάρτη στο κινητό, αλλά δεν συμφωνούσαμε. Εγώ επέμενα ότι μπήκαμε από την Οδό Ζερβούδη! Ο Πτι Κερ επέμενε να πάμε από την άλλη. Τελικά περάσαμε από την πλατεία ξανά, γιατί κάπως τον πείθω κάθε φορά και κάθε φορά το μετανιώνει. Καθώς όμως φτάναμε στο τραπέζι που καθόμασταν πριν, και που τώρα στη θέση μας κάθονταν τρεις κυρίες και έτρωγαν το παγωτό τους, ο Πτι Κερ γούρλωσε τα μάτια του και στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε η αποκάλυψη.
«ΙΙΙΙιιιιιι», αναφώνησε με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα.
«Τι έπαθες καλέ;», δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω την πρότασή μου και τον βλέπω να ψαρεύει με μακροβούτι την τσάντα με τις καινούργιες παντόφλες που τις είχα ξεχάσει τελείως. Πως με αντέχει, δεν κατάλαβα ποτέ…
Βγαίνοντας έξω πάλι, είχαμε ακόμη δρόμο μπροστά μας, είχαμε βγει πάλι από τη λάθος πύλη. Αλλά τέλος πάντων, κάποτε φτάσαμε στο αυτοκίνητο και είχα ήδη προγραμματίσει στο μυαλό μου τις περιπέτειες της επόμενης ημέρας, με κρυφή ευχή μου, να ήταν κάθε ημέρα τόσο γεμάτη, τόσο ξεκαρδιστική και τόσο περιπετειώδης.
Συνεχίζεται…






Σχόλια