Η Οδύσσεια της Αλεξίας 2026 part7
- Alexia Zervoudi
- πριν από 7 ώρες
- διαβάστηκε 5 λεπτά

Δεν είχα μεγάλες προσδοκίες από τις διακοπές μας στη Χίο. Ήταν δύσκολο οι παραλίες της να συναγωνιστούν εκείνες της Κεφαλλονιάς. Όμως κάθε ημέρα που περνά, με κερδίζει ολοένα και περισσότερο. Επικρατεί μια αίσθηση ανεμελιάς της δεκαετίας του ’90, τόσο στον κόσμο, όσο και στις υποδομές. Ένα νησί που δεν προσπαθεί να σε εντυπωσιάσει, με χωριά αυθεντικά και προσεγμένα, αλλά μακριά από το στυλ των ανοιχτών χολιγουντιανών στούντιο – κάτι ας πούμε σαν το Φισκάρδο. Ήταν όμορφο δεν λέω, αλλά έμοιαζε ψεύτικο. Τουριστικό. Extra. Στο Φισκάρδο για παράδειγμα, δεν θα περπατούσα ποτέ με μονή σαγιονάρα! Κι όσο η Χίος με κερδίζει ολοένα περισσότερο, σκέφτομαι πως ίσως δεν είμαι αντικειμενική. Ίσως, χωρίς να το θέλω, να βλέπω περισσότερες ομορφιές γύρω μου, λόγω συναισθηματισμών που ξεφύτρωσαν αυθαίρετα στην καρδιά μου όπως τα ζιζάνια.
Οι άνθρωποι φεύγουν, τα σπίτια μένουν και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε για να αντισταθούμε στη λησμονιά, είναι να συνεχίζουμε να αφηγούμαστε τις ιστορίες. Από στόμα σε στόμα, κι από γενιά σε γενιά, οι άνθρωποι κληροδοτούν στους επόμενους τους μικρούς θησαυρούς της αφήγησης. Μέσα από αυτή, μαθαίνουμε από που ερχόμαστε, εν μέρη ποιοι είμαστε, κι έτσι παρηγορούμε την αήττητη δίψα της γνώσης. Μια πηγαία ανάγκη του καθένα από εμάς, να ψάξει τις ρίζες του. Αφού λοιπόν οι ιστορίες αυτές καταγράφηκαν στα προηγούμενα επεισόδια, δεν μπορούσα παρά να αγαπήσω τελικά και το μέρος.

Για να επιστρέψω όμως στο θέμα της παραλίας, καθότι στις καλοκαιρινές διακοπές είναι αναγκαίο να υπάρχουν καλές επιλογές, θα πω πως δεν απογοητεύτηκα. Συνεχίζοντας λοιπόν τις περιπέτειες μας στη Χίο, φτάνουμε ένα μεσημέρι στην παραλία Τραχήλι. Ήταν η μόνη παραλία που ανακαλύψαμε μόνοι μας, δεν ήταν στις συστάσεις της Ραχήλ. Πως το ανακαλύψατε; Λίγες ημέρες πριν, επισκεφθήκαμε τον Ανάβατο, το χωριό που ερημώθηκε στη Σφαγή της Χίου και επιστρέφοντας, είδαμε την παραλία από ψηλά. Γειτόνευε με έναν λόφο, που με τη σειρά του φιλοξενούσε έναν Πύργο. Ο Πτι Κερ ένιωσε την ανάγκη να εξερευνήσει αυτόν τον πύργο, που κάποτε χρησίμευε ως φρουρά του νησιού.
Συζητούσαμε μέσα στο αυτοκίνητο, σε περιοχή που δεν είχε σήμα για να ρωτήσουμε το chat GPT, πως φανταζόμαστε ότι λειτουργούσαν οι πύργοι. Εγώ υπέθεσα – ως χαζή- ότι υπήρχαν τουλάχιστον δύο φρουροί σε κάθε λόφο και πως ο ένας έφευγε με άλογο να φτάσει στον επόμενο, να ειδοποιήσει και με τη μέθοδο της σκυταλοδρομίας, η είδηση θα έφτανε στο πλησιέστερο χωριό.
«Μπα… Μέχρι να φτάσει ο τελευταίος ιππέας στο χωριό, οι Τούρκοι θα είχαν μπουκάρει!», σχολίασε στοχαστικά ο Πτι Κερ. «Με καπνούς επικοινωνούσαν», είπε με σιγουριά.
«Ναι, αλλά πως ήξεραν τι ακριβώς είδε ο πρώτος; Μπορεί στο τέλος να ήταν σαν το σπασμένο τηλέφωνο. Θα έπρεπε να διασφαλίσουν κάπως, ότι η πληροφορία μεταδόθηκε σωστά. Από που έρχονται; Ποιοι είναι; Πόσοι είναι;», έθεσα εύλογα ερωτήματα.
«Ε, ο τελευταίος έτρεχε!», απάντησε αυθαίρετα και μου φάνηκε και πάλι αστείο.
Πράγματι λοιπόν, ο φρουρός του κάθε Πύργου ειδοποιούσε τον αμέσως επόμενο με καπνούς και μάλιστα, υπήρχαν διαφορετικά σήματα καπνού, ανάλογα την περίπτωση κινδύνου.
Ήθελα να φωτογραφήσω το ηλιοβασίλεμα, αλλά ο Πτι Κερ δεν σταματούσε. Ευτυχώς όμως πρόλαβα να βγάλω την πινακίδα ώστε να ξαναβρούμε την παραλία μια από τις επόμενες μέρες.
Ειδυλλιακή, σχεδόν ανεξερεύνητη, με καταγάλανα νερά και με μικρό πολύχρωμο βότσαλο, που λίγο πριν τη θάλασσα γινόταν χονδρή άμμος. «Το νησί των αγρίων!», αναφώνησε χαρούμενη η Στεφανία, η Σμαράγδα επανέλαβε σαν παπαγάλος και μόλις κατάφερα να τις πασαλείψω με αντηλιακό, ξεχύθηκαν να παίζουν με δύο θαλασσόξυλα και την πανίσχυρη φαντασία των παιδιών. Ο Πτι Κερ ήταν σκυθρωπός από το πρωί, φορώντας τα ακουστικά το και με το κινητό ανά χείρας, έλυνε τις επαγγελματικές υποθέσεις του μια ανάσα από το κύμα. Κι εγώ, πιστεύοντας πως θα περάσουμε όλη τη μέρα μας εκεί, έβγαλα από το σακίδιο όλα τα καλούδια. Σταφύλια, τοστ, πατατάκια, ακόμη και μια σαλάτα.
Ο ήλιος υπέρλαμπρος, ο άνεμος είχε κοπάσει, η θάλασσα ήρεμη σε προσκαλούσε να απλωθείς στην παγωμένη αγκαλιά της -πάρα πολύ κρύο νερό να σημειώσω. Όμως υπέροχη. Μέχρι που λίγες στιγμές μετά, ένα σμήνος από σφήκες μας περικύκλωσαν. Έκρυψα τα τάπερ πριν καν τα ανοίξω και εμείς τρέχοντας βουτήξαμε στη θάλασσα με μανία να τους ξεφύγουμε, πιστεύοντας πως το αλάτι θα τις διώξει μακριά. Βγήκα τραγουδώντας Μπέσυ Αργυράκη, «κορμί κι αλάτι κι άααασπρα πουλιάααα».
Το κόλπο δεν έπιασε. Οι σφήκες επέμειναν να επιτίθονται σε ό,τι έβρισκαν, ακόμη και στο αντηλιακό. Τα μικρά να ουρλιάζουν σα να μας βρήκε η απόλυτη καταστροφή. Ξεριζώνουμε την καλά ριζωμένη ομπρέλα μας και αλλόφρονες πάμε να μετεγκατασταθούμε λίγο παραπέρα. Κολλήσαμε πάνω σε κάτι αλλοδαπούς τουρίστες που έμοιαζαν ανενόχλητοι – τι στο καλό, μόνο σε εμάς έρχονταν οι σφήκες;
Για λίγο ήταν καλά, αφού σχεδόν καθίσαμε πάνω τους, σε μια παραλία απέραντη και άδεια. Όμως δεν άργησε μια σφήκα να κάνει την εμφάνισή της ξανά.
«Θα ειδοποιήσει και τις άλλες!», τρομοκρατήθηκε ο Πτι Κερ.
«Μη λες μπούρδες!», τον μάλωσα με υπέρμετρη αισιοδοξία.
Σε λίγο όλες οι σφήκες του Ανατολικού Αιγαίου είχαν περικυκλώσει το μικρό μας τσαντίρι και πλέον στην παρέα τους υπήρχαν και μπάμπουρες. Μόλις οι διπλανοί άνοιξαν μπίρες πιστέψαμε ότι θα μας αφήσουν ήσυχους και θα πάνε σε αυτούς, αλλά όχι. Απλώς πλήθυναν. Σε κάποια φάση μια σφήκα έχει μπει μέσα από τα γυαλιά μου και κάθεται στη μύτη μου. Έχω κλείσει τα μάτια να μη φοβάμαι, αλλά νιώθω τα ποδαράκια της να εξερευνούν το πρόσωπό μου. Μια άλλη έχει μόλις προσγειωθεί στα δάχτυλά μου και μια τρίτη φλερτάρει με τα οπίσθιά μου.
«Ως εδώ ήταν! Σηκωθείτε!», τα μαζέψαμε και φύγαμε τσιρίζοντας, ενώ οι σφήκες μας ακολούθησαν μέχρι το αυτοκίνητο. Χάσαμε την ευκαιρία να επισκεφθούμε τον πύργο, αλλά ήταν πέρα από τις δυνάμεις μας. Οι σφήκες ήταν οι τελευταίοι του φρουροί μάλλον.
Στην επόμενη παραλία συναντήσαμε έναν στόλο από μυρμήγκια γίγαντες, με τα οποία αναγκαστικά μοιραστήκαμε το φαγητό μας και, τελικά αποφασίσαμε να δραπετεύσουμε στη θάλασσα, κολυμπώντας μέχρι απέναντι. Που λέει ο λόγος.
Η αλήθεια είναι ότι η δίψα μας για περιπέτεια μας οδήγησε στην Τουρκία. Ένα φέρι πήραμε και πήγαμε στο Τσεσμέ. Εκεί, περίμενα ότι θα βγω σε μια γραφική, ανατολίτικη πόλη. Φανταζόμουν ότι θα υπάρχουν παραδοσιακά καφενεία με γέρους που καπνίζουν ναργιλέ, μικρά στενά με σωβρακοφανέλες να κρέμονται από πάνω κι εκεί επιτέλους θα χανόμασταν όπως καλά γνωρίζουμε. Θα μπαίναμε στο παζάρι όπου θα φοβόμουν μη με κλέψουν – τι ωραία αίσθηση!- και θα με έπιανε φτέρνισμα από τα υπέροχα μπαχάρια. Ήθελα με λίγα λόγια να παραμυθιαστώ ότι δεν τα έχει ισοπεδώσει όλα η παγκοσμιοποίηση.
Αν’ αυτού, βρήκαμε τη Μαρίνα Φλοίσβου σε τουρκική εκδοχή. Παραπέρα το Κάστρο- μουσείο, που έμοιαζε οριακά σύγχρονο αλλά οκ, είχε ωραία θέα. Τα δε εκθέματα, ασήμαντα ιστορικά και αρχαιολογικά για έναν Έλληνα. Το παζάρι, που αυτό κι αν είχα ονειρευτεί, ήταν απλά ένας δρόμος με τουριστικά μαγαζιά, αλλά χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο. Πιο φολκλόρ είναι το Μοναστηράκι για να καταλάβεις. Ήπιαμε αυτό το τσάι που έπιναν όλοι, φάγαμε έναν μέτριο μπακλαβά, ένα μέτριο doner, ένα μέτριο παγωτό και γενικά τρώγαμε να περάσουν οι ώρες και να γυρίσουμε πίσω στη Χίο, που πλέον έμοιαζε ακόμη ομορφότερη!






Σχόλια