Η Οδύσσεια της Αλεξίας 2006 part8
- Alexia Zervoudi
- πριν από 14 ώρες
- διαβάστηκε 4 λεπτά
"Τα μαύρα βόλια"

Από τα άσπρα βόλια της Κεφαλλονιάς, στα μαύρα βόλια της Χίου, το φετινό καλοκαίρι ήταν ένα ατελείωτο challenge σπάσιμου πέτρας. Σαν ένα είδος τέχνης, μάλλον πολεμικής, ο Πτι Κερ και τα κορίτσια του, βάλθηκαν να τελειοποιήσουν τη μέθοδο, αδιαφορώντας για το σπάσιμο νεύρων των λουόμενων ολόγυρά μας. Αυτό όμως, μου δίνει καλή πάσα να σας αφηγηθώ σε αυτό το επεισόδιο, το πιο επικό, συναισθηματικό και σχεδόν μυθιστορηματικό σπάσιμο πέτρας που γνωρίζω.
Ο μπαμπάς μου που λέτε, ήταν ένα "γαλλάκι" για τους Έλληνες της Σαρωνίδας, όπου περνούσε τα παιδικά του καλοκαίρια στην οικογενειακή εξοχική κατοικία. Η καταγωγή του πατέρα του, δηλαδή του παππού μου, μπορεί να ήταν από τη Χίο, όμως εκείνος δεν διατηρούσε ιδιαίτερες σχέσεις με τον τόπο, αφού ο ίδιος γεννήθηκε και μεγάλωσε σε άλλη χώρα. Κάποιο καλοκαίρι, στην εφηβεία του μπαμπά μου, αποφάσισαν να περάσουν λίγες ημέρες διακοπών εκεί, όπως και σε πολλά άλλα νησιά, από όπου έκαναν μικρό και μάλλον τυχαίο πέρασμα. Χωρίς να του περισσεύουν συναισθήματα για τη Χίο συγκεκριμένα, ο μπαμπάς μου ήξερε από τότε, πως θέλει μια ημέρα, να ζήσει στην Ελλάδα.
Έκαναν το μπάνιο τους στην πιο εμβληματική παραλία του νησιού, στα «Μαύρα Βόλια», δίπλα στον Εμπορειό, όταν του ήρθε η ιδέα να κρατήσει σαν αναμνηστικό, ένα μαύρο βότσαλο της παραλίας αυτής. Επιστρέφοντας κάποιες μέρες αργότερα, στο σπίτι της Σαρωνίδας, του ήρθε ακόμη μια ιδέα. Να σπάσει την πέτρα στη μέση και να θάψει το ένα μισό της στον κήπο του εξοχικού. Με χειρουργική ακρίβεια – από τότε φαινόταν τι γιατρός θα γίνει- έσπασε πράγματι το μαύρο βόλι κατά μεσής και το δεύτερο μισό, το πήρε μαζί του πίσω στη Γαλλία.
Τα επόμενα χρόνια, το δεύτερο μισό από το μαύρο βότσαλο, περίμενε καρτερικά στην άκρη του γραφείου του. Εκεί που διάβαζε για να μπει Ιατρική κι αργότερα να κάνει ειδικότητα και δεύτερη ειδικότητα… Μετά από πολλές περιπέτειες, που δεν αφορούν αυτό εδώ το ημερολόγιο Οδύσσειας αλλά αξίζει κάποια στιγμή να σας αφηγηθώ, γεννήθηκα εγώ και σήμαναν οι καμπάνες της καρδιάς του, πως είχε έρθει η στιγμή να εγκατασταθούμε στον τόπο που αγαπούσε πιο πολύ. Κι είναι ξέρετε, σημαντικό να επιλέγεις αυτή τη χώρα, όταν έχεις ζήσει σε αρκετές άλλες και έχεις ταξιδέψει πολύ σε όλες τις ηπείρους. Ο πατέρας μου είναι από εκείνους τους ανθρώπους που είχε την τύχη από μικρός να ταξιδεύει. Αργότερα, είχε την επιτυχία να εκπαιδευτεί και να εργαστεί σε διαφορετικά μέρη, ακόμη και στην Αμερική, να ταξιδέψει ακόμη περισσότερο έως που, μπορείς να πεις πως συχνότερα μπαίνει σε αεροπλάνο, παρά σε ταξί. Κι όμως, αφού τα έχει δει σχεδόν όλα, μέχρι σήμερα επιμένει πως δεν θα άλλαζε την Ελλάδα για κανένα άλλο μέρος του κόσμου.
Τέλος πάντων, όταν κατάφερε να εγκατασταθεί στον τόπο των ονείρων του, με το δεύτερο μισό της πέτρας στην τσέπη, πήγε και ξέθαψε το πρώτο μισό της πέτρας από τον κήπο της Σαρωνίδας. Τα δύο μισά ενώθηκαν μέσα στα χέρια του κι ήξερε, ότι τα είχε καταφέρει. Η Ελλάδα θα γινόταν πατρίδα του.
Άνοιξε το ιδιωτικό του ιατρείο, το ίδιο που λειτουργεί έως σήμερα. Είναι ένα μικρό ιατρείο, που δεν έχει ανακαινιστεί, πέρα από ανανέωση των υφασμάτων στους καναπέδες αναμονής, τη μοκέτα και άλλες λεπτομέρειες. Μέσα στο γραφείο του, υπάρχει από πάντα αυτή η βιβλιοθήκη, που εκτός από βιβλία και επαίνους, σε ένα της ράφι βρήκε το αιώνιο σπίτι της η πέτρα, ολόκληρη ξανά και για πάντα.
Λίγες φορές έχω δει τον Πτι Κερ να συγκινείται. Μπορώ να τις μετρήσω στα δάχτυλα του ενός χεριού και οι δύο από αυτές τις φορές ήταν η γέννηση των παιδιών μας. Περισσότερο όμως τον φανάτισε το γεγονός ότι ο πατέρας μου έκοψε την πέτρα στη μέση ακριβώς, σε μια τελειότητα πέραν της πραγματικής που όσο κι αν προσπαθήσαμε να την επαναλάβουμε δεν τα καταφέρναμε.
Αν και το βρίσκω εξίσου συγκινητικό, δεν με ξαφνιάζει ο ποιητικός τρόπος που ο πατέρας μου έντυσε τη μεγαλειώδη στρατηγική του. Το έχω δει να συμβαίνει πολλές φορές κι είναι ένα από τα πολλά που του θαυμάζω. Εμένα όμως άλλο με βασάνιζε περισσότερο και όχι τόσο οι πέτρες, κομμένες ή ολόκληρες. Γιατί δεν αγαπήθηκε από την οικογένειά μου το νησί αυτό; Γιατί η «Χίος» δεν σήμαινε ποτέ τίποτα για εμάς μέχρι τώρα; Η επίσκεψή μου ήταν το μικρό πετραδάκι που κύλησε αργά από τη βουνοκορφή και θα γινόταν πιθανώς η αιτία για κάτι μεγαλύτερο.
Αποφάσισα να αφήσω ένα γράμμα στο παλιό εξοχικό της οικογένειας της προ γιαγιάς μου. Γνωρίζοντας βέβαια πως μόνο η προ γιαγιά μου δεν θα το διαβάσει ποτέ, αφού έχει φύγει από τη ζωή εδώ και είκοσι πέντε χρόνια. Αλλά, κάτι έχω πάρει από τον πατέρα μου κι εγώ!
Αφήσαμε την επιστολή στο γραμματοκιβώτιο, χωρίς να γνωρίζουμε ποιος πραγματικά θα είναι ο παραλήπτης. Κάποιος μεσίτης; Κάποιος ξένος; Κάποιος μακρινός συγγενής – κληρονόμος που τώρα πια το πουλούσε;
Απευθυνόμενη στην προ γιαγιά μου, σε λίγες γραμμές αποτύπωσα την ανάμνηση της σχέσης μου μαζί της, ευχήθηκα όποιος πάρει αυτό το σπίτι να το φροντίσει και να το αγαπήσει και προέτρεψα, όποιον το διαβάσει, να συνεχίσει να αφηγείται τις ιστορίες. Το γράμμα οδηγούσε σε αυτό εδώ το blog. Αν ήταν κάποιος τυχαίος, δεν θα το έψαχνε παραπάνω. Αν ήταν όμως κάποιος, έστω μακρινός συγγενής, ενδεχομένως να ερχόταν σε επαφή μαζί μου.
Την επόμενη ημέρα, ένας κύριος επισκέφθηκε το Αρχοντικό στον Κάμπο, για να περιποιηθεί τα δέντρα. Βρήκε το γράμμα μου, βρήκε το blog μου και τελικά, βρήκε κι εμένα. Τον είχαμε συναντήσει ξανά το 2000, που τότε μας ξενάγησε στο αρχοντικό, αλλά δεν είχαμε κρατήσει καμία επαφή. Χάρη σε αυτή τη ρομαντική και ταυτόχρονα στρατηγική προσέγγιση, τόσο ο πατέρας μου όσο και ο θείος μου θα έρχονταν ξανά σε επαφή με τον μακρινό τους ξάδελφο κι έτσι, ο σκοπός μου είχε επιτευχθεί. Οι ιστορίες και οι αφηγήσεις θα συνεχίζονταν, τίποτα δεν θα χανόταν στη λήθη του χρόνου.






Σχόλια