Πανελλήνιες με θέα από την ταράτσα
- Alexia Zervoudi
- πριν από 1 ημέρα
- διαβάστηκε 3 λεπτά

Πριν λίγα χρόνια, ο μικρότερος αδελφός μου έδωσε Πανελλήνιες. Ο αδερφός μου είχε συγκεκριμένο στόχο. Θυμάμαι τις αγωνίες του, τους κόπους του, τα εμπόδια που έβρισκε μεγάλα, είτε ήταν, είτε όχι. Που θα οδηγούσε ο δρόμος των Πανελληνίων; Σε μια καλή Σχολή. Και μετά; Ένας μισθός. Όχι τόσο δελεαστικός για τα όσα θα περνούσε μέχρι να τον πάρει στα χέρια ίσως. Όχι στην Ελλάδα, ίσως.
Αυτό που βλέπω ότι άλλαξε τα τελευταία χρόνια, είναι ότι οι Πανελλήνιες είναι «επιλογή». Δηλαδή, υπάρχουν μαθητές που εξαρχής, δεν προετοιμάζονται για αυτές τις εξετάσεις και δεν πάνε να δώσουν καθόλου. Εγώ, κι όλοι της φουρνιάς μου αν δεν κάνω λάθος, δεν θυμάμαι να έχουμε επιλογή. Ακόμη κι αν δεν στόχευες σε συγκεκριμένη σχολή, πάλι έδινες.
Για κάποιο λόγο, οι γονείς μας τότε, προτιμούσαν να μπει το παιδί στις Ιχθυοκαλλιέργειες, παρά να πάει σε μια ιδιωτική σχολή να κάνει οτιδήποτε του αρέσει. «Πάρε το πτυχίο από το Πανεπιστήμιο και μετά κάνε ό,τι άλλο θες», μας έλεγαν. Ακουγόταν λογικό δηλαδή, να περάσεις 4 χρόνια σε μια σχολή που σου είναι παντελώς αδιάφορη. Το πτυχίο θα άνοιγε πόρτες... ακόμη κι αν ήταν η πόρτα του Ψαράδικου της γειτονιάς! So little we knew.
Ήμασταν η τελευταία φουρνιά παιδιών, που έδωσε εννέα μαθήματα. Οι αμέσως επόμενοι έδιναν έξι. Και ήμασταν η τελευταία φουρνιά βασανισμένων μαθητών που έδιναν Πανελλήνιες και στη Β’ Λυκείου. Με τη σοφία που απέκτησα είκοσι χρόνια αργότερα, θα πω ότι δεν ήταν τόσο κακή ιδέα να πεθάνεις από την αγωνία δύο φορές. Γιατί τουλάχιστον, είχες κάνει μια πρόβα πριν το salto mortale.
Το αμέσως επόμενο που θυμάμαι είναι να παίρνω τους βαθμούς των Πανελληνίων της Β' Λυκείου και– είναι η πρώτη φορά που το γράφω δημόσια – να βρίσκομαι στην ταράτσα σκεπτόμενη αν είναι καλή ιδέα να πηδήξω στο κενό. Δεν ήθελα να κάνω το βήμα μπρος, αλλά δεν έμοιαζε να έχω πολλές επιλογές να κάνω πίσω.
Τι σκεφτόμουν; Ότι η ζωή μου θα είναι πάρα πολύ δύσκολη, αν δεν μπω στο Πανεπιστήμιο. Ότι οι γονείς μου έχουν δώσει πάρα πολλά λεφτά με την ελπίδα ότι θα εισαχθώ και πως αυτό ήταν εξαιρετικά σημαντικό για όλο το υπόλοιπο της ζωής, όλων μας, όχι μόνο της δικής μου. Και φυσικά, ούτε εγώ δεν πίστευα ότι μπορώ να αντιστρέψω τελευταία στιγμή τις επιδόσεις μου και «να τα καταφέρω». Το έκανα. Αλλά αν δεν τα είχα καταφέρει; Θα είχα ανέβει ξανά στην ταράτσα;
Ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Παραπήγαν καλά. Και τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία. Ας ξαναγυρίσουμε στην ταράτσα λοιπόν.
Πριν από εκείνη την ημέρα και πριν την αποτυχία των Πανελληνίων, είχα ξανά μια σκέψη, πως η ζωή μου δεν αξίζει πολύ. Για λόγους που δεν αφορούσαν τους βαθμούς, αλλά δεν έχει σημασία. Πιστεύω ότι δεν το εννοούσα. Ήταν η εφηβεία. Κι είναι επικίνδυνη η εφηβεία, ακόμη και για τα σιγανά ποταμάκια, σαν και του λόγου μου. Ήταν τύχη ή επιλογή ότι λογικεύτηκα πριν με βρει το κακό και τις δύο αυτές φορές; Μπορεί τίποτε από τα δύο. Ήταν η μητέρα μου. Ένα firewall προστασίας, που δεν τολμούσα να παραβιάσω. Όμως το σκέφτηκα κι αυτό είναι τρομακτικό. Γιατί τελικά, μπορεί στην εφηβεία να σκέφτεσαι κάτι τόσο ακραίο σαν λύση, για κάτι τελικά ασήμαντο!
«Για εμένα δεν θα τελειώσουν ποτέ οι Πανελλήνιες», είπε ο αδερφός μου την τελευταία ημέρα των εξετάσεων. Ήταν τόσο τραυματικό για εκείνον, που πίστευε ότι θα μείνει σε αυτή τη διάθεση για πάντα. Πέρασε κι αυτό, όπως περνάνε όλα τελικά...
Φτάσαμε λοιπόν, είκοσι χρόνια μετά, να έχουμε πολλές ιδιωτικές σχολές και σε λίγο ιδιωτικά Πανεπιστήμια. Τα εξεταζόμενα μαθήματα να έχουν γίνει τέσσερα. Κι όμως, οι μαθητές να βιώνουν ακόμη τραυματικά την εμπειρία των Πανελληνίων!
Παρότι μου αρέσει να πειράζω τους φίλους μου που επέλεξαν αγγλόφωνα σχολεία για τα παιδιά τους κι εκ πρώτης, το θεώρησα λίγο ποζέρικο, υπό αυτό το πρίσμα, θεωρώ ότι έπραξαν σωστά. Αφού το ελληνικό σύστημα δεν αλλάζει. Είτε εννέα τα μαθήματα, είτε τέσσερα, οι Πανελλήνιες μας αρρωσταίνουν όλους.
Κι ας γράφουμε δακρύβρεχτα τσιτάτα για τις Πανελλήνιες, λόγια ανακουφιστικά για τα παιδιά, για τα «δεν πειράζει κι αν δεν πετύχεις, εγώ θα σ' αγαπώ" και "τι θα γίνει αν δεν πετύχω", "θα πάμε διακοπές αγάπη μου»… (Δεν έχει καμία σχέση όσα αναφέρω για τις μαθήτριες από την Ηλιούπολη. Έχει σχέση με όλους όσους ανέβηκαν και θα ανεβούν σε κάποια ταράτσα, είτε κατέβουν με ελεύθερη πτώση είτε με τις σκάλες, δεν έχει σημασία). Το τραύμα παραμένει. Ο κίνδυνος παραμονεύει. Γαμημένες ορμόνες ντε!
Ως γονείς νηπίων ακόμα το συζητούσαμε. Και μια φίλη μου είπε στην πεντάχρονη κόρης της, πως όλα διορθώνονται και για όλα τα προβλήματα υπάρχουν λύσεις και θα τα αντιμετωπίζουμε όλα μαζί. Μόνο με τον θάνατο δεν μπορείς να διορθώσεις τίποτε. "Και το είπες αυτό στο πεντάχρονο;", απόρησα. Και το ίδιο βράδυ είπα τα ίδια και στη δική μου κόρη. Γιατί έχουμε τέτοια απελπισία πια, που τους τα λέμε από το νήπιο γαμώ την τσιπούρα μου!






Σχόλια