Πικ-νικ στις κούνιες...
- Alexia Zervoudi
- πριν από 20 ώρες
- διαβάστηκε 3 λεπτά

Ξεκίνησα να πηγαίνω σε παιδικές χαρές όταν η μεγάλη μου κόρη ήταν δύο ετών. Εκεί συνάντησα για πρώτη φορά την Έλενα. Ήταν τυχαίο. Οι κόρες μας πήγαιναν μαζί στον παιδικό σταθμό. Η κόρη της Έλενας έγινε η πρώτη φίλη της Στεφανίας κι η Έλενα, η πρώτη δική μου μαμαδοφίλη.
Κρατούσε πάντα ένα θερμός με φαγητό, ή ένα τάπερ με κομμένα φρουτάκια. Δεν ξεχνούσε ποτέ τα πλαστικά πιρουνάκια σε χαρούμενα χρώματα. Έφερνε πάντα πιρούνι και για τη Στεφανία, η οποία κατέληγε να φάει όλα τα φρούτα που στη φίλη της δεν άρεσαν τόσο. Καθόλου τυχαία, ένα από τα παρατσούκλια της Στεφανίας είναι το «φρουτοφάγα νυχτερίδα», αλλά αυτό θα σας το πω μια άλλη φορά.
Λοιπόν, όταν κάποτε ονειρευόμουν τα παιδιά μου να έχουν μεγαλώσει αρκετά, ώστε να πηγαίνουμε κούνιες, το πικ-νικ μου φαινόταν καλή ιδέα. Το είχα οργανωμένο στο μυαλό μου και το μόνο που μου έλειπε, ήταν το καρό τραπεζομάντιλο. Βρήκα ένα τέτοιο τραπεζομάντιλο μολονότι ήταν γαλάζιο και όχι κόκκινο.
Παίρνοντας έμπνευση από τα ταπεράκια της Έλενας, έστρωσα για πρώτη φορά το τραπεζομάντιλο στον χλοοτάπητα της παιδικής χαράς. Έβγαλα κρακεράκια, φρούτα, βρασμένα αυγά και στήσαμε ένα πικ-νικ. Ένιωθα ότι μας κοίταζαν όλες οι μαμάδες. Ότι μας έκριναν. Όμως το έκανα ξανά και ξανά και τα παιδιά μου το ευχαριστιόντουσαν πολύ.
Φαντάσου τώρα, πως μας κοίταζαν και μας έκριναν οι άλλες μαμάδες, όταν, εκτός από το πικνικ των παιδιών, ξεκινήσαμε τα delivery με κοκτέιλ για εμάς τους μεγάλους. Anyway!
Τα παιδιά μεγάλωσαν και ξέχασα το τραπεζομάντιλο. Είχαν πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνουν στις κούνιες, δεν ήταν πια μωρά. Σκαρφάλωναν, έτρεχαν, έπαιζαν. Μοιράζονταν μυστικά από έναν κόσμο που μου είναι πέρα για πέρα άγνωστος. Όμως πάντα, θέλουν κάποιο σνακ. Και πως έγινε, αυτό που κάποτε μεταφραζόταν σε «κομμένα φρουτάκια», να έχει γίνει πια μπισκότα, πατατάκια, κουλουράκια…
Το πρόβλημα δεν είναι αν θα φάνε δέκα μπισκότα στις κούνιες. Το πρόβλημα είναι πως συνεχίζω να πηγαίνω πολύ τακτικά, αν όχι κάθε μέρα στις κούνιες.
«Μαμά, έχουμε τίποτα να φάμε;».
Η ερώτηση γίνεται πριν καν προλάβω να βολευτώ στο παγκάκι μου. Κάποιες φορές γελάω, άλλες εκνευρίζομαι. Διότι πέρασα πολλές ώρες στις παιδικές χαρές ως παιδί και δεν θυμάμαι να τρώω.
Έτρωγα από πριν, στο σπίτι μου. Κι έτρωγα το βραδινό μου μετά, όταν επέστρεφα. Αλλά ποιο σνακ να είχα εγώ, το παιδί των 90s, που ούτε παγούρι δεν είχαμε τότε.
Τα δικά μας παιδιά – όχι μόνο τα δικά μου, αλλά και των μαμαδοφίλων μου – πεινάνε και διψάνε ασταμάτητα. Κούνιες και πικνικ είναι μια συνθήκη δεδομένη. Απλά δεν τους ενδιαφέρει καθόλου το τραπεζομάντιλο. Βγάζει η κάθε μάνα ό,τι έχει μέσα στην τσάντα κι εκείνα τρέχουν κάτω από την τσουλήθρα, στήνουν ένα κύκλο και μοιράζονται. Κι άντε τώρα εσύ, να βγάλεις κομμένο μήλο, αμύγδαλα και σπόρους τσία, όταν οι άλλοι έχουν πακοτίνια και μπισκότα διπλογεμιστά.
Βγάζει από την τσάντα λοιπόν μια μητέρα, ένα πολύ υγιεινό κέικ που έφτιαξε μόνη της. Ξέρεις, από ένα αλεύρι ιδιαίτερο όχι το κανονικό, κάποιο υγιεινό αλεύρι, δεν ξέρω. Χαρουπάλευρο. Με μέλι αντί ζάχαρη. Με γάλα βρώμης αντί αγελαδινό. Με κακάο μαύρο κι άραχνο, χωρίς υποψία γάλακτος. Πολύ, πολύ υγιεινό. Τόσο υγιεινό, που όταν το δοκίμασα, νόμιζα ότι έτρωγα χαρτόνι. Το καταλαβαίνω. Αλήθεια το καταλαβαίνω. Αλλά δεν καταπίνεται!
«Πολύ νόστιμο δεν είναι;», με υποχρέωνε να της απαντήσω θετικά. «Μμμμ», μούγγρισα.
Πως θα γίνει να συμφωνήσουμε όλες, να μη φέρνει κανείς τίποτα φαγώσιμο στις κούνιες; Και όχι τίποτα άλλο, αλλά δεν με παίρνει να μιλήσω και πολύ. Διότι σε κάποιο παιδικό πάρτι, έφτιαξα ένα αλκοολούχο κοκτέιλ σε κανάτα. Ένα fruit punch. Με βότκα. Και ξέχασα να διευκρινίσω ότι είναι για τους μεγάλους. Παραλίγο να μεθύσω τα παιδιά τους, από θαύμα γλιτώσαμε.
Και φυσικά υπερβάλω σε όλα μου, για να βγει ένα story. Αλλά, δεν είναι κι όλα ψέματα.






Σχόλια