top of page

«Αφήστε, κερνάει η Πρεσβεία…», Σπέτσες 2014

  • Εικόνα συγγραφέα: Alexia Zervoudi
    Alexia Zervoudi
  • 15 Ιουλ
  • διαβάστηκε 4 λεπτά

 

Το ξέρατε ότι ήμουν διπλωματικός ακόλουθος του Γαλλικού Προξενείου της Ελλάδας για μια ημέρα;

 

Αχ, τι ωραία ιστορία θυμήθηκα τώρα να σας αφηγηθώ. Ήταν καλοκαίρι του 2014, όταν αποφασίσαμε με την Ειρήνη και τη Μαριλένα να περάσουμε ένα σαββατοκύριακο στις Σπέτσες. Ξεκινάμε λοιπόν με το ολοκαίνουργιο αμάξι της Ειρήνης για Κόστα κι από εκεί, με καραβάκι, να μεταβούμε στο νησί, διαδρομή που είχα την τύχη να κάνω κι άλλες φορές πριν και μετά από αυτό το weekend. Αδιαμφισβήτητα βέβαια, το εν λόγω σαββατοκύριακο έμεινε στο μνημονικό μου ως η πιο αξιομνημόνευτη περιπέτεια εκείνης της χρονιάς (ακόμη το συζητάμε).

 

Δεν ήταν σίγουρα η πρώτη φορά που είχα ξεχάσει κάπου την ταυτότητά μου και μοναδικό επίσημο έγγραφο που είχα στο πορτοφόλι μου, ήταν η carte consulaire. Τι είναι αυτή η κάρτα του Γαλλικού προεξενείου όμως; Ήμουν Πρέσβειρα; Μήπως διπλωματικός ακόλουθος; Όχι. Ήμουν μια φτωχή πλην τίμια υπάλληλος marketing ελληνικής επιχείρησης και τίποτε στη φάτσα μου, ιδίως στη μύτη μου, δεν μαρτυρούσε την καταγωγή μου. Πόσο μάλλον, τη μακρινή μου συγγένεια με τη Μαρία Αντουανέτα!

 

Στην πραγματικότητα, ακόμη και σήμερα δεν έχω καταλάβει καθόλου τη χρησιμότητα αυτής της κάρτας. Έχω γαλλική ταυτότητα και γαλλικό διαβατήριο, η χρήση των οποίων μου είναι ξεκάθαρη. Με το διαβατήριο ταξιδεύω, με την ταυτότητα ψηφίζω. Αφήνουμε για λίγο το μυστήριο της ύπαρξης της καρτ κονζουλέρ για να μεταπηδήσουμε στο απόγευμα, όπου οι τρεις φίλες γυρνάνε από την παραλία ξελιγωμένες. Μιλάμε για μαύρη πείνα, έχοντας περάσει μια ημέρα πάνω στα βότσαλα και οι μόνες θερμίδες που είχαν μπει στα μαυρισμένα μας κορμιά, ήταν αυτές του μοχίτο. Άσε που η Μαριλένα δεν είχε μαυρίσει εδώ που τα λέμε, αλλά σας αφήνω να μας φαντάζεστε έτσι, μαυρισμένες, ωραίες και νέες.

 

Φλιπ-φλοπ, φλιπ-φλοπ. Οι σαγιονάρα να χαστουκίζει τη φτέρνα με τσαχπινιά. Στον ώμο να κρέμονται οι κιτσαρέλες τσάντες παραλίας. Φορούσαμε κάτι σαν καφτάνι και από μέσα διαγραφόταν το βρεγμένο μαγιό, με την αντίστοιχη βρεγμένη στάμπα σε στήθη και ποπό. Η ώρα επτά το απόγευμα να σημειώσω. Δηλαδή, μια φυσιολογική για εμάς ώρα, να γυρίζεις από την παραλία φορώντας καφτάνι και μαγιό. Προσπεράσαμε το Ορλόφ που ήταν πολύ chic και περπατήσαμε προς το παλιό λιμάνι που είχαμε σταμπάρει ένα ταβερνάκι. Πριν από αυτό, σταματήσαμε και σε ένα άλλο, που όλα τα τραπέζια ήταν ρεζερβέ -αν και άδεια -και ο σερβιτόρος γούρλωσε τα μάτια του χωρίς να μιλήσει. Υποπτευτήκαμε ότι δεν είχαμε το κατάλληλο dress code. 

 

Το τελευταίο εκείνο ταβερνάκι ήταν η τελευταία μας ελπίδα να φάμε, διαφορετικά θα έπρεπε να περπατήσουμε όοοολο πίσω, να φτάσουμε στο ρολόι και να βολευτούμε με κανένα σουβλάκι. Όμως όχι. Εμείς θέλαμε θαλασσινά. Κι εκεί λοιπόν συναντήσαμε τα γουρλωμένα μάτια του σερβιτόρου, που έσπευσε να συμβουλευτεί τον αρχισερβιτόρο για το πώς θα μας διώξει. Η πείνα μας τεράστια, δεν μπορούσαμε να διανοηθούμε ότι θα φάμε άκυρο. Μη φανταστείς τίποτα κυριλάτο. Μιλάμε για μαγαζί με κλασική καρέκλα ταβέρνας και χάρτινο τραπεζομάντιλο – αυτό που βασανίζεις τρυπώντας το με την οδοντογλειφίδα από όταν ήσουν μωρό. «Θα βγάλω την κάρτα της Πρεσβείας!», αποφάσισα, πιστεύοντας ότι για κάποιο λόγο, θα μας έδινε ένα πρεστίζ. Την έβγαλα και σχεδόν κρατώντας τη στα δόντια για να τη δουν, περίμενα την ετυμηγορία. Δεν ξέρω αν όντως έπαιξε κάποιο ρόλο η έκθεση αυτού του μυστηριωδούς γαλλικού εγγράφου, πάντως μάζεψαν την πραμάτια από μια μικρή ροτόντα και απρόθυμα μας επέτρεψαν να καθίσουμε. Ήταν ένα τραπέζι που χρησιμοποιούσαν σαν πάσο. Δηλαδή, το τραπέζι που ξαποσταίνουν τα πιάτα πριν ο βοηθός του σερβιτόρου τα προσγειώσει στα άλλα τραπέζια.

 

«Ας είναι», είπαμε και κάτσαμε. Όμως και πάλι, δεν ήμουν ευχαριστημένη. Έβλεπα στα μάτια τους την υπεροψία και τον σνομπισμό και ως μισή Ελληνίδα, με έπιασε το «ξέρεις ποια είμαι εγώ;», χωρίς να το πω βεβαίως. Πιάσαμε τον κατάλογο και διαπιστώσαμε ότι οι τιμές δεν έμοιαζαν καθόλου για ταβέρνας. Δηλαδή, εκείνα τα χρόνια που η Πάρος ήταν ακόμη ένα νορμάλ νησί, ήταν αδιανόητο να πληρώσεις στις Σπέτσες τόσα χρήματα για ψαρομεζέδες, σκέφτηκα. Επειδή όμως διέκρινα την ειρωνεία στα μάτια του σερβιτόρου, παρότρυνα τις φίλες μου να τον εκπλήξουμε με τη μεγαλειώδη παραγγελία μας. Μπορεί να μοιάζαμε με λετσαρίες, αλλά είχαμε να πληρώσουμε και θα του τα τρίβαμε στη μούρη τα λεφτά μας!

 

«Να πάρουμε κι ένα κρασάκι;», λέει η Ειρήνη και μου παραδίδει το winelist όπως πάντα. Κοιτάζω και το μάτι μου πέφτει πάνω σε ένα από τα καλύτερα Ασύρτικα Σαντορίνης, που όπως φαντάζεστε, δεν ήταν φθηνό. Καθόλου φθηνό. Και τώρα δεν μπορώ να θυμηθώ γιατί, αλλά πήραμε και δεύτερη φιάλη, πράγμα περίεργο, γιατί η Μαριλένα δεν πίνει αλκοόλ, ίσα που είχε βρέξει τα χείλη της.

 

Οι σερβιτόροι σε αυτό το σημείο έχουν εντυπωσιαστεί πολύ από το πόσο πλούσια ήταν τελικά τα κορίτσια με τις σαγιονάρες και τα βρεγμένα μαγιό. «Όχι για να μάθεις να μην κρίνεις από την εμφάνιση!», έλεγαν τα μάτια μου. Σε όλη αυτή τη διάρκεια, η κάρτα του γαλλικού προξενείου βρισκόταν σταθερά πάνω στο τραπέζι, σα να υποδηλώνει κάτι σημαντικό που οι σερβιτόροι αγνοούσαν!

 

Και τέλος, έρχεται ο λογαριασμός. Ήταν η δική μας σειρά να γουρλώσουμε τα μάτια. Νομίζω ήταν και η στιγμή που η Μαριλένα ήπιε το ποτήρι με το κρασί που της είχαμε βάλει στο ποτήρι, να μην πάει χαμένο. Κοιτάζομαι με την Ειρήνη. Κοιτάζομαι με τον λογαριασμό. Βγάζουμε πορτοφόλι κι αφήνουμε και ένα μπαμπάτσικο πουρ-μπουάρ - γιατί έπρεπε να το πάμε μέχρι τέλους- και τους λέω, «αφήστε… πληρώνει η πρεσβεία!».

 

Την επόμενη μέρα φάγαμε σουβλάκι στο Ρολόι. Αλλά η ατάκα, έμεινε για πάντα!

Σχόλια


bottom of page