The DollHouse part2: Η μέρα που έκλεψα τα παιχνίδια τους!
- Alexia Zervoudi
- 20 Μαρ
- διαβάστηκε 3 λεπτά
Περίμενα να λείπουν από το σπίτι. Μπήκα ύπουλα στα δωμάτιά τους. Πίσω μου έσερνα μια γιγαντοσακούλα σε χαρούμενα χρώματα. Κοίταξα γύρω μου. Χάος.

Δάγκωσα τα χείλη μου. Άραγε έκανα το σωστό; Υπήρχε τρόπος να εξιλεωθώ από αυτή την αμαρτία;
Δεν έπρεπε να πειράξω τίποτα που βρισκόταν σε κοινή θέα. Μέσα στο δικό τους μπάχαλο, τα παιδιά μου ξέρουν που βρίσκεται το κάθε τι.
Ψέματα. Καμιά φορά είναι μπροστά στα μάτια τους και υστεριάζουν πως το έχασαν. Λέω το πατροπαράδοτο, «μήπως ψάχνεις με κλειστά τα μάτια;». Μου το έλεγαν κι εμένα. Ακολουθεί η απειλή, «ε και έρθω εκεί και το βρω!». Και το βρίσκω. Και δεν γίνεται τίποτα.
Τι γίνεται όμως με όλα τα ξεχασμένα παιχνίδια; Στοιβάζονται σε κούτες, στριμώχνονται σε συρτάρια, σκονίζονται στα ψηλά ράφια. Πάλι ψέματα.
Οκ, δεν έχω ψηλά ράφια, αλλά μου φάνηκε λογοτεχνική πινελιά που ταίριαζε στο σημείο. Δεν έχω ψηλά ράφια, γιατί… Μοντεσσόρι. Το αποτέλεσμα είναι βεβαίως, να έχουν συσσωρευτεί όλα σε ενοχλητικό ύψος. Τα δωμάτια να αγκωμαχούν. Δεν φταίει η Μοντεσόρι, εγώ φταίω.
Είχα διαβάσει πολύ στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, για τα παιχνίδια. Ότι δεν πρέπει να έχουν πολλά, επειδή τα παιδιά χαώνονται. Πρέπει να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά. Άρα, όχι ψηλά ράφια. Και ήμουν αποφασισμένη να το ακολουθήσω.
Όταν έγινε η καραντίνα όμως, και το παιδί δεν μπορούσε να πηγαίνει στον παιδικό σταθμό, αλλά κι εγώ δεν μπορούσα να μείνω μαζί του, γιατί έπρεπε να δουλέψω, άλλαξα γνώμη. Με έπιασαν τύψεις. Ότι το παιδί θα είναι κλεισμένο σε ένα δωμάτιο χωρίς εμένα, με πολύ λίγα παιχνίδια. Θα βαρεθεί. Η νταντά ήταν για πρώτη φορά νταντά, δεν είχε ιδέα. Ούτε πληρωνόταν όπως μια παιδαγωγός βέβαια. Αγόρασα περισσότερα, για ποικιλία.
Ήρθε και το δεύτερο μωρό. Είχα πάλι τύψεις, ότι δεν είχε δικά του παιχνίδια. Έπρεπε να έχει τα δικά του! Κι άλλα παιχνίδια. Γενέθλια, γιορτές, βαφτίσια, πέντε νονοί έτοιμοι να τα δώσουν όλα και γιαγιάδες που δεν έχουν άλλα εγγόνια εκτός από τα δικά μου παιδιά. Καταλαβαίνεις τι εννοώ.
Γέμισε ο τόπος. Με έπιανε εσωτερική ακαταστασία, όσο κι αν τακτοποιούσα. Οπότε συζήτησα μαζί τους να μαζέψουμε όσα δεν παίζουν και να τα δώσουμε σε άλλα παιδάκια. Έλεγαν ναι και μετά έβαζαν τα κλάματα.
Έκανα ένα πείραμα. Πήρα ένα-δύο από τα ξεχασμένα τους παιχνίδια και τα έκρυψα στην αποθήκη, να δω αν θα τα αναζητήσουν κάποια στιγμή. Έπειτα πήρα άλλα δύο. Κάποια στιγμή, θυμήθηκαν ένα από αυτά. Ψάξαμε παντού, δήθεν, αλλά δεν το βρίσκαμε. Φοβήθηκα μην κατηγορήσουν τον εαυτό τους ότι δεν το πρόσεχαν αρκετά και στο εξής τα πιάσει μανία. Δεν το πήραν τόσο βαριά, ανακουφίστηκα.
Παύση αγορών. Απαγόρευσα να μας φέρνουν παιχνίδια. Μόνο βιβλία και ρούχα, άντε και κανένα επιτραπέζιο. Έναν ολόκληρο χρόνο σχεδόν. Κι έπεσα και πάλι στην παγίδα μου. Πήγαμε σε ένα φιλικό σπίτι και τα παιδιά μου τρελάθηκαν με τα παιχνίδια του άλλου παιδιού. Παλιατσούρες τα δικά τους πια, θα τα είχαν βαρεθεί. Έκοψα το εμπάργκο. Είμαστε οκ, μπορείτε να ξαναφέρετε παιχνίδια, έδωσα σύρμα.
Από τα Χριστούγεννα μέχρι τον Μάρτιο, τέσσερις γιορτές, γενέθλια, βάλε και τα δώρα του Άγιου Βασίλη μέσα, καταλαβαίνεις τι έγινε. Με έπιασε απελπισία.
Ή τώρα ή ποτέ, λοιπόν. Μπήκα στα δωμάτια όταν έλειπαν και γέμισα τη σακούλα. Όταν έβαλα και το σπίτι της Πέππα Πίγκ σφίχτηκα. Πέρασε η ηλικία που τρελαινόντουσαν για Πέππα. Μα πέρασε τόσο γρήγορα… Μεγάλωσαν!
Πιο πολύ θα μου κόστιζε εμένα η απώλεια του παιχνιδιού… Όχι ψέματα.




Σχόλια